Πόσο μικραίνει ο κόσμος, όταν μου μιλάς και μου γελάς. Γίνεται μια τόση δα σταλιά, θαρρείς και θα χωρέσει στην παλάμη μου για να μπορώ να τον κουβαλάω πάνω μου, όπου κι αν πηγαίνω. Αυτός ο τόσος μικρός κόσμος αφορά εσένα και μένα και τα έχει όλα. Δεν μπορώ και δε θέλω να ζητήσω τίποτ’ άλλο. Ένας κόσμος φτιαγμένος για δύο απ’ όλους μόνο, που κατάφεραν από απλοί εραστές να γίνουν οι δύο καλύτεροι φίλοι, κάνοντας έρωτα.

Γιατί, αν υπάρχει κάτι σπουδαιότερο απ’ το να μου κάνεις έρωτα είναι να μου κάνεις παρέα στα εύκολα και στα δύσκολα. Η παρέα μου, που όταν φοβάμαι μου ανοίγει μια τεράστια αγκαλιά να χωθώ και τότε μόνο μπορώ να νιώσω πως τίποτα δεν μπορεί να με αγγίξει. Το φιλαράκι μου, όταν παίρνω τηλέφωνο να του πω όλα αυτά που συμβαίνουν, όλα αυτά που με αγχώνουν τις ώρες που δεν είμαστε μαζί και δε θα βιαστεί να κλείσει, μέχρι να βεβαιωθεί πως αφού είπα τα πάντα με ηρεμία, πια μπορούμε να ξεδιαλύνουμε τα σοβαρά από τ’ αστεία προβλήματα.

 

 

Είσαι η παρέα μου, όταν αρρωσταίνω και γυρνάς από το φαρμακείο γεμάτος με κάθε είδους χάπι, θα σηκώσεις λίγο ακόμα την κουβέρτα κι απαλά θα σκεπάσεις όλα τα σημεία του σώματός μου. Αυτό το σώμα που ταυτόχρονα το λαχταράς και κάθε μέρα το ανακαλύπτεις ξανά και ξανά. Πάνω απ’ όλα, όμως, λαχταράς ν’ ανακαλύπτεις τον εαυτό μου κι εγώ τον δικό σου. Ένα-ένα τα όνειρα απλώνονται ανάμεσά μας και τα κυνηγάμε μαζί, πιάνοντας το χέρι ο ένας του άλλου, πότε γελώντας, πότε μαλώνοντας, πότε με δυο φλιτζάνια καφέ και μια κουβέρτα συζητώντας και πότε στα ατελείωτα ξενύχτια μας. Ίσως καταφέραμε το απόλυτο, οι δύο καλύτεροι φίλοι να κάνουν έρωτα κι αν ποτέ σε χάσω, θα πονέσω πιο πολύ που έχασα τον φίλο μου. Γιατί η ψυχή γεμίζει πολύ πιο δύσκολα απ’ ότι το σώμα.

Τα χάδια δίνονται τόσο εύκολα, λίγο το πάθος, λίγο ο φόβος της μοναξιάς, όλοι μπορούν να χαϊδέψουν. Μετά όμως, ποιος μένει; Ίσως μόνο αυτός που έχει αγαπήσει την ψυχή του άλλου. Να σου θυμήσου πως δεν απομακρύνθηκες λεπτό, σήκωσες με σεβασμό όλες τις ανασφάλειές μας -δικές μου και δικές σου αντάμα- αφού έβαλες στην άκρη τον εγωισμό σου για να μου δείξεις πως είναι εντάξει να μην είσαι τέλειος και να προχωράς με τις ατέλειες, χωρίς όμως να κρίνεις. Κι εγώ ακολούθησα τον δρόμο σου. Έπειτα, ήρθε η ώρα να παρασύρεις το σώμα μου, αλλά στο λέω, είναι τόσο λίγο μπροστά σ΄ αυτήν την ανεμοδούρα της ψυχής μου. Θυμάμαι ακόμα να μου απλώνεις ένα σταθερό χέρι και να με κρατάς με ασφάλεια, όσο εγώ δειλιάζω. Κι αυτό το χέρι, όσο και να κουράστηκε δεν κατέβηκε ποτέ για να νιώσω ανασφάλεια. Είσαι ο φίλος που έψαχνα κι ο εραστής που αναζητούσα και δεν ντρέπομαι να κάνω μαζί σου τίποτα. Ίσως, σκέφτομαι, μόνο έτσι αξίζει να υπάρχει ο έρωτας. Κι εγώ τον ένιωσα, μαζί με τον σεβασμό σου κι αναγνώρισα την προσπάθεια να χτίσεις τόσο στέρεα την εμπιστοσύνη που έχουν πρώτα οι φίλοι και μετά οι εραστές.

Την παρέα σου φυλάω ως πολύτιμο θησαυρό και το σώμα σου ακουμπάω για να νιώθω ότι ο έρωτας δεν ξεσκίζει, όπως θέλουνε να λένε, αλλά επουλώνει. Κι αν με ρωτούσαν ποτέ πώς θα ένιωθα χωρίς εμάς, θ’ απαντούσα ότι δεν υπάρχει το «χωρίς εμάς», αφού οι καλύτεροι φίλοι ποτέ δεν μπορούν να χωρίσουν.

 

 

 

Συντάκτης: Δήμητρα Παπακωνσταντίνου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου