Ένας έρωτας χωρίς ερωτήσεις, χωρίς δικαιολογίες, αναλύσεις και συζητήσεις σε παρέες. Μια αγάπη πολύ προσωπική που να μην υπάρχουν λόγια να την εξηγήσουν, που να μην μπορεί να γίνει κατανοητή από κανέναν άλλον πέραν από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές. Μια αγάπη που δε μοιάζει καν με αγάπη. Είναι κάτι περισσότερο από έρωτα, από πάθος, από εμμονή, από καψούρα. Δεν έχει βρει ακόμα τον τίτλο της, δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ γι’ αυτά.

Ούτε κι εκείνοι ήξεραν ότι θα γίνει έτσι. Όταν ξεκίνησαν πίστευαν στο «περνάω καλά» για μερικά βράδια ή και μελαγχολικά απογεύματα και μετά ο καθένας τη ζωή του. Η μοίρα όμως, οι ίδιοι, ο θεός έρωτας, η τύχη (δεν εξηγήθηκε από κανέναν τελικά αυτό), τους έφερε μαζί για καιρό. Όχι ακριβώς αυτό το μαζί που ξέρουμε όλοι, που αναγνωρίζουμε στον δρόμο, που απολαμβάνουμε στις ταινίες. Εκείνοι έφτιαξαν -άθελά τους- ένα δικό τους μαζί που δε μοιάζει με τα συνηθισμένα, με όσα είχαν δει ως τώρα, με όσα νόμιζαν πως ήθελαν, ούτε μ’ εκείνο το ιδεατό που κάποτε έφτιαξαν και χάλασε ένα ζόρικο βράδυ. Δεν είχε καμία σχέση με αυτά, καμία ομοιότητα με όσα είχαν ακούσει και μία σημαντική διαφορά με όσα είχαν ζήσει: δεν μπορούσαν να το αναλύσουν με λόγια, φαινόταν μόνο στα πρόσωπά τους. Στο επίμονο βλέμμα όταν κοιταζόντουσαν από μακριά και στην ταραχώδη ανάσα όταν πλησίαζαν κοντά.

Οι ζωές τους τελικά μπλέχτηκαν για πολύ περισσότερο από όσο είχαν υπολογίσει και ακόμα πιο πολύ από όσο πίστευαν ότι αντέχουν. Κανείς τους δεν κατάλαβε αν το ήθελαν τελικά, μάλλον το δέχτηκαν συνειδητά μετά από καιρό. Μάλλον γι’ αυτούς τους δύο έτσι έπρεπε να γίνει. Δεν ξέρουν αν θα μείνουν μαζί, αν αυτό θα κρατήσει, μα σίγουρα άξιζε που συναντήθηκαν. Άξιζε που δε φοβήθηκαν, που άλλαξαν τα ζητούμενα όσο κι επίπονα κι αν ήταν τα δεδομένα.

Αν τους δεις φαίνονται σαν να μην τους ενώνει τίποτα ή μάλλον ανάμεσά τους διακρίνεις χάος, ένα κενό που δεν ξεπερνιέται, δε γεφυρώνεται όσες σκάλες και να χτίσεις. Κι όμως εκείνοι έχουν βρει τον τρόπο χωρίς εμπόδια, χωρίς αποστάσεις, χωρίς διόδια. Ερχόταν ο ένας στον άλλον χωρίς τίμημα για τις μέρες που έλειπε και έφευγε χωρίς να χρωστάει απολύτως τίποτα. Κανένας ανοιχτός λογαριασμός ανάμεσά τους και ήταν η μεταξύ τους συμφωνία αυτή. Χωρίς διαπραγματεύσεις και σκληρούς όρους. Χωρίς υποσχέσεις που δεν μπορούσαν να τηρήσουν, χωρίς απουσίες που αναγκάστηκαν να διαλέξουν.

Απόψε όμως δε θα κοιμηθούν μαζί, δε θα γιορτάσουν κι ας είναι πιο ερωτευμένοι από όσα αντίκρυσαν στην αρχική τους σελίδα. Δεν τους πληγώνει αυτό, τους δικαιώνει. Τους κάνει πιο δυνατούς, δεν τους ταιριάζουν οι γιορτές, ποτέ δεν τις πέρασαν μαζί. Έλαμπαν αλλά χωριστά, σαν να το είχαν συμφωνήσει χωρίς να ειπωθεί ποτέ. ‘Εκαναν πολλά από κοινού χωρίς να τα έχουν κάνει λόγια. Ήθελαν και άντεχαν τα ίδια πράγματα. Μία λέξη ήταν αρκετή για σήμερα, τίποτα περισσότερο. Μπορεί πράγματι να τους χώριζαν πολλά και να μην ταιριάζουν να μείνουν μαζί, μα την αλήθεια όμως απόψε ερωτεύτηκαν πιο πολύ από τον καθένα.

Δε θα περάσουν μαζί το βράδυ τους, δε θα κοιμηθούν πλάι-πλάι, δε θα βγάλουν μια χαριτωμένη σέλφι για να μοιραστούν με τους φίλους τους. Έτσι κι αλλιώς μοιράζονται ελάχιστα πράγματα μαζί τους πια. Δεν κρύβονται, δε φοβούνται μην τυχόν τους δουν. Φοβούνται για όσους δεν τους πιστεύουν. Φοβούνται για τη δύναμη της σχέσης τους, για την έλξη που δε λέει να ξεθυμάνει, για την παρουσία του ενός στη ζωή του άλλου, για την επιρροή, την τριβή, το μπλέξιμο, τα λάθη και τα πάθη τους.

Βαρέθηκαν να συζητούν ξανά και ξανά αυτό το θέμα. Βαρέθηκαν να αναλύουν, ατελειώτα μπλα-μπλα για ακόμα μία φορά. Προστατεύουν αυτό που έχουν για να μην το χάσουν και τώρα πια ξέρουν τον τρόπο. Ακόμα κι όταν δε θα το έχουν, αυτό θα κρατήσει, το έχουν συμφωνήσει και αυτό. Η θέση του ανθρώπου που σε σημάδεψε δεν μπορεί παρά να είναι πάντα ξεχωριστή, υψηλή και άτρωτη. Τη θέση σου στον άνθρωπο που σημάδεψες οφείλεις να την αφήσεις ανεπηρέαστη και ακέραιη, αγνή και λαμπερή.

Απόψε θα φέρει στις σκέψεις εκείνη τη μορφή που δεν μπόρεσε ούτε μία φορά μέχρι σήμερα να της αντισταθεί. Απόψε θα ονειρευτεί εκείνο το πρόσωπο που χίλιες φορές προσπέρασε και χίλιες μία στάθηκε στην άκρη για να προφτάσει. Που τελικά το λίγο τους έγινε πολύ, πολύ δυνατό, πολύ έντονο, πολύ χορταστικό, πολύ μοναδικό.

Θα ‘ρθει η μέρα που οι ζωές τους θα πάνε παρακάτω, μάλλον χωριστά πια. Αλλά αυτοί οι άνθρωποι συναντήθηκαν και από εδώ και πέρα τίποτα πια δε θα είναι το ίδιο κι ας μην ξαπλώσουν μαζί απόψε.

 

Συντάκτης: Ελεάννα Μαυροπούλου
Επιμέλεια κειμένου: Βασιλική Γ.