«Γιατί δεν τα παρατάς, δε βλέπεις ‘ότι παίζει;»  Είναι μια ερώτηση που όλοι μας έχουμε ακούσει έστω και μία φορά από κάποιον αγαναχτισμένο φίλο που πληρώνει όλη αυτή την ταλαιπωρία μαζί μας κι έχει κάτσει αμέτρητα βράδια να ακούσει τα παράπονά μας μα κανείς δεν μπορεί να δώσει μια τεκμηριωμένη απάντηση σε αυτή την απορία. Είναι στη φύση του ανθρώπου να έλκεται απ’ το άπιαστο, απ’ αυτό που δεν μπορεί να έχει ή μπορεί να έχει ένα μικρό κομμάτι από αυτό, αλλά ποτέ ολόκληρο.

Τι να το κάνω δηλαδή αν μου τα δίνεις όλα στο πιάτο; Αν σου λέω «Έλα» και τρέχεις; Θα παίξω λίγο στην αρχή και μετά θα σε βαρεθώ. Θέλω να παίζεις με το μυαλό μου, να βάζεις φωτιά στο σώμα μου, να με κάνεις να αμφισβητώ την κάθε μου κίνηση, να τρέμουν τα πόδια μου στη σκέψη σου.

Θέλω να σε κυνηγήσω κι όχι να σε έχω δεδομένο. Χάνεις τη μαγεία σου κι εξασθενείς το πόθο μου για σένα. Κάτι ξέρει ο λαός που λέει «Φτύσε για να κολλήσει». Κι όσο εσύ με γράφεις, εγώ σε θέλω περισσότερο, θέλω περισσότερο αυτό πού έχω κατά το ήμισυ. Στο κάτω-κάτω τα εύκολα δεν εξιτάρουν κανένα.

Είμαστε πολλοί εμείς που έχουμε γνωρίσει ένα τέτοιο άτομο. Κάποιον που μας έκανε τη ζωή δύσκολη απ’ την αρχή μέχρι το τέλος και τελικά φάγαμε τη μεγαλύτερη καψούρα μαζί του. Που έχουμε κάνει τα χειρότερα μεθύσια για πάρτη του κι έχουμε φωνάξει το όνομά του με πόθο και λαχτάρα, που έχουμε κλάψει για έναν θιγμένο εγωισμό και μια ακόμη χυλόπιτα και παρ’ όλα αυτά δεν το βάζουμε κάτω. Γιατί έχει κι αυτό τη γλύκα του.

Είναι γλυκιά η αναμονή κι ακόμα πιο ωραίο το απρόσμενο. Το απρόσμενο που σου προσφέρουν αυτά τα άτομα που δε μένουν παραπάνω από ένα βράδυ, που σε αφήνουν με τη γλύκα ενός φιλιού, όσο χρειάζεται για να τους αναζητήσεις ξανά, τίποτα παραπάνω και τίποτα λιγότερο. Κι όταν τους ψάξεις, θα είναι αλλού μέχρι να αποφασίσουν αυτοί πότε είναι η κατάλληλη στιγμή να  σου δώσουν το κατιτίς τους. Λίγο όμως τη φορά, τόσο ώστε να συνεχιστεί το παιχνίδι και το μυστήριο, μη στα δώσουν όλα μονομιάς και βαρεθείς.

Ποτέ δε θα σας δούνε μαζί, ποτέ δε θα σε κρατήσει αγκαλιά ούτε θα σου κρατήσει το χέρι. Θα στρέψει το βλέμμα αλλού όταν σε δει στο δρόμο και θα αδιαφορήσει μπροστά στην παρέα. Μόνο  κάτω απ’ τα φώτα του μπαρ θα υπάρξει  κάποιο παιχνίδι, αλλά κι αυτό με μέτρο, μην καταλάβουν τίποτα οι υπόλοιποι.

Κι ίσως αν  τα άστρα είναι ευνοϊκά σου προτείνει να βρεθείτε, στα κρυφά εννοείται, στο γνωστό σας σημείο. Κι εσύ λες αβίαστα «ναι» και περιμένεις πώς και πώς αυτή τη συνάντηση για να πάρεις ακόμα ένα κομμάτι απ’ το πάζλ, να ξεκλέψεις ένα ακόμα φιλί στα γρήγορα.

Αυτοί οι έρωτες είναι που καταλήγουν τα χειρότερα απωθημένα, γιατί ποτέ δεν κατάφερες να τους αποκτήσεις ολοκληρωτικά, δεν ήταν love stories, ήταν ιστορίες υπομονής κι επιμονής. Ήταν ένα κυνήγι και στην τελική αυτό ήταν που σε πώρωνε όλο και πιο πολύ, που ενώ τα καλύτερα ίσως να σου χτυπούσαν την πόρτα, εσύ τα άφησες για τα χειρότερα.

Δε σε ένοιαζαν τα σίγουρα και τα εύκολα. Τα δεδομένα είναι για τους λιγόψυχους, ήθελες το αβέβαιο αυτό που δεν μπορούσες να έχεις σε αφθονία κι όποτε θες, παρά μόνο όταν το  ήθελε αυτός.

Είναι σαν ένα παιχνίδι με χαρτιά στο οποίο έχεις αποφασίσει ήδη να συμμετέχεις, γνωρίζοντας ότι ο αντίπαλός σου είναι χρόνια παίχτης. Μπαίνεις λοιπόν στον χορό κι είτε θα τα χάσεις όλα –αξιοπρέπεια, χρόνο,  ύπνο και το κάτι καλύτερο– είτε θα μάθεις στον αντίπαλό σου πως ακόμα κι οι ειδήμονες βρίσκουν τον δάσκαλό τους.

 

Συντάκτης: Δέσποινα Τάμπου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη