Η ζωή είναι μια κούρσα εναλλαγής συναισθημάτων, ένα καλειδοσκόπιο εμπειριών, ένας δρόμος γεμάτος σήματα υποχρεωτικής πορείας προς τα εμπρός. Κάθε δευτερόλεπτο που περνάει είναι παρελθόν. Είναι ένα μικρό δικό μας κομμάτι που δε θα ξαναγυρίσει ποτέ.

Υπάρχουν στιγμές που μας έχουν σημαδέψει αρνητικά και άλλες που θα θέλαμε να κρατήσουμε ζωντανές για πάντα. Για εκείνες θα κάναμε ό,τι περνάει από το χέρι μας ώστε να μη φύγουν και χαθούν στο άπειρο του αδηφάγου παρελθοντικού χωροχρόνου. Θα κάναμε τ’ αδύνατα δυνατά για να κρατήσουμε εκείνη την αγκαλιά, εκείνο το φιλί, εκείνο το χάδι, εκείνο το βράδυ ζωντανό εις το διηνεκές ώστε να μη μετατραπεί ποτέ σε μια γλυκόπικρη ανάμνηση, να μη χρειαστεί ποτέ να έρθουμε αντιμέτωποι με το ξεθώριασμα που επιφέρει ο καιρός καθώς περνάει αδίστακτα.

Όσα δε θέλαμε να αφήσουμε πίσω μας αλλά μας άφησαν εκείνα, είναι και θα είναι μέσα μας πληγές. Το αίμα θα ξεραθεί κάποια στιγμή όμως ποτέ δε θα κλείσουν τελείως. Αρκεί ένα οποιοδήποτε ερέθισμα που έστω και λίγο θα θυμίζει την απώλεια για ν’ αρχίσουν πάλι να αιμορραγούν. Άλλοτε περισσότερο, άλλοτε λιγότερο θα πονάνε όπως τα παλιά τραύματα σε κάθε αλλαγή του καιρού.

Ο χρόνος δεν επουλώνει πάντα. Επιβεβαιώνει το τέλος κι εσύ σιγουρεύεσαι κάθε μέρα που περνάει πως δεν έχεις πια τίποτε να περιμένεις. Γι’ αυτό ποτέ δε μου άρεσαν τα αντίο. Και τι πανικός σε πιάνει αλήθεια όταν συνειδητοποιείς ότι οι μέρες γίνονται εβδομάδες, οι εβδομάδες μήνες και οι μήνες χρόνια. Κοιτάς πίσω σου και όσα σου λείπουν απομακρύνονται όλο και περισσότερο από το οπτικό πεδίο του μυαλού σου. Η καρδιά σου όμως δεν ήθελε να τα ξεπεράσει. Εκείνη κανείς δεν τη ρώτησε όταν την ανάγκασε να τ’ αποχωριστεί.

Πότε πέρασε τόσος καιρός γαμώτο; Αναρωτιέσαι συχνά. Τώρα πια κανονικά δε θα είχε κανένα νόημα να σκαλίζεις τα περασμένα αν ο αποχωρισμός δεν ήταν καταναγκαστικός. Μήνες μετά κι όμως για σένα μοιάζει ακόμη σαν να μιλάς για το χτες σου. Με ποια δικαιολογία θα μπορέσεις να αναφερθείς και πάλι σε κάτι που για όλους τους υπόλοιπους είναι ήδη από καιρό τελειωμένο; Ποιος θα σου κάνει παρέα τις νύχτες όταν όλες εκείνες οι εικόνες του τότε ξαναγίνονται το δικό σου αναβιωμένο απόψε; Και πόσο σου τη δίνει να ακούς εκείνο το τσιτάτο της εκλογίκευσης όσων δεν ένιωσαν όπως εσύ «μην τα σκαλίζεις ρε φίλε τώρα πια όλα αυτά, περάσανε, πάει τόσος καιρός».

Και νιώθεις αξιολύπητος απέναντι στους νηφάλιους όταν πιάνεις τον εαυτό σου να μην έχει ξεπεράσει ακόμη αυτό που όλοι τους θεωρούν πλέον τόσο μακρινό. Δεν τολμάς τώρα πια ούτε στον εαυτό σου καλά-καλά να παραδεχτείς ότι για σένα δεν είναι κάτι που έμεινε πίσω, αλλά κάτι που θα σέρνεις μαζί σου στα κρυφά τρέμοντας μη χαθεί τελικά ακόμη και η ανάμνησή του. Θα σε πουν εμμονικό. Ίσως και κολλημένο. Όσοι όμως έχουν βιώσει έστω και μία καταναγκαστική απώλεια στη ζωή τους δεν έχουν δικαίωμα να σε κρίνουν γι’ αυτό το πανικόβλητο συναισθηματικό γάντζωμα. Κατά βάθος ξέρουν.

Κακά τα ψέματα είναι που ο χρόνος όσο περνάει τόσο επικυρώνει το τετελεσμένο μιας κατάστασης συνήθως κι αυτό πονάει. Δε θέλεις να το παραδεχτείς. Μια επαναφορά γίνεται όλο και δυσκολότερη όσο βουλιάζει στις στάχτες της λήθης. Μια επιστροφή φαντάζει όλο και πιο απίστευτη όσο η μορφή που έφυγε από κοντά σου σκορπάει σε όλα εκείνα τα χτες που περάσατε ήδη χώρια.

Κι εσύ αυτό το γνωρίζεις. Και τρελαίνεσαι που δεν έχεις πρόσβαση στα γρανάζια του χρόνου, να βραχυκυκλώσεις τα αύριο και να τα πιάσεις όλα πάλι απ’ την αρχή. Εμένα ποιος με ρώτησε πριν σβήσει τα πάντα έτσι απλά από το παρόν μου; Είναι βάρβαρο να αναγκάζεσαι να αφήνεις πίσω τη ζωή που θα επέλεγες να ζήσεις, όλα όσα ξέρεις ότι θα μπορούσαν να σε κάνουν ευτυχισμένο, αν κάποιος ή κάτι δε σε είχε αναγκάσει να τ’ αποχωριστείς.

Δεν είμαι άνθρωπος που συνηθίζει να σπαταλάει τον καιρό του κλαίγοντας πάνω από πεθαμένες (μη) αποφάσεις. Το αμετάκλητο όμως είναι ικανό να με πνίξει όταν μου στερεί μια για πάντα όλα όσα πόθησα πέρα και πάνω απ’ όλα. Όπως με πνίγει οτιδήποτε υποχρεωτικό που δεν έχω επιλέξει.

Γιατί όπως λέει και ο στίχος «η στιγμή που περνάει δε χάνεται, μας κυνηγάει». Κι όσο περισσότερος καιρός σε χωρίζει απ’ ό,τι στ’ αλήθεια θέλησες κάποτε με όλο σου το είναι, τόσο περισσότερο εκτεθειμένος αισθάνεσαι καθώς έρχεσαι αντιμέτωπος με μια ελπίδα που όλο και λιγοστεύει, όλο κι απομακρύνεται. Ώσπου να γίνει απελπισία. Και ή που θα σε κατασπαράξει ή θα ξαναγεννηθείς. Γιατί μόνο αυτό μπορείς τελικά να ελέγξεις ίσως. Το αν θα σε ρουφήξουν οι αναμνήσεις σου στον πάτο ή αν θα καταφέρεις να αγαπήσεις την απώλεια σχεδόν όσο την παρουσία, ώστε να προχωρήσεις.

 

Επιμέλεια Κειμένου Έλλης Πράντζου: Σοφία Καλπαζίδου

Συντάκτης: Έλλη Πράντζου