Τώρα πια τα δυναμώνω εκείνα τα τραγούδια στο ράδιο. Ή απλώς τα αφήνω να παίζουν. Αφήνω το ρυθμό τους να κυλάει όπου και αν με βρίσκουν. Στο σπίτι, στο αυτοκίνητο, στο δρόμο να περπατάω παρέα με τα ακουστικά. Οι λέξεις τους έχουν την ίδια επίδραση πάνω μου, αλλά μια άλλη βεβαιότητα. Μια βεβαιότητα από το υλικό της σιγουριάς. Ίσως βέβαια τα παραλέω για να τονίσω όσο πιο πολύ μπορώ μια γενναιότητά μου που τη βρήκα σε δάκρυα που στέγνωσαν τραγουδώντας τις ίδιες λέξεις που πριν με κάνανε να τις ξορκίζω. Όσο ξόρκιζα έκλεινα το ράδιο προκαλώντας τη σιωπή στην προσπάθεια να ξεχάσω τις μελωδίες και το νόημα των στίχων, άλλο τόσο απομακρυνόσουν. Όσο σε έβλεπα να μακραίνεις η τότε σιγουριά μου έπιανε όσο χώρο της επέτρεπε η καρδιά μου. Ξέρεις οι καρδιές είναι οι τελευταίες που καταλαβαίνουν πόσο πολύ χρειάζονται αυτό που ποτέ δεν ήθελαν. Γιατί ήθελα να μείνεις. Να μείνουμε και οι δυο. Όπου χωρούσαμε. Όπου αντέχαμε. Και να λέμε ευχαριστώ που μας έτυχε.

Η σημερινή μου σιγουριά λέει μόνο ευχαριστώ στην απόφασή σου να φύγεις. Γιατί εγώ δε θα το έκανα. Γιατί εγώ δε θα με έκανα. Δν θα με έκανα αυτόν τον άνθρωπο που χαλάει τα σχήματα και δεν τα ζει. Που τα απαρνιέται γιατί έχουν σπάσει εκατό μολύβια και έχουν ξοδευτεί αλλά τόσα χαρτιά και ακόμα το σχήμα δεν ολοκληρώθηκε. Ίσως ακόμα μέσα μου, στο πολύ βάθος -αυτό που εγώ λέω πάτο- τα μελαγχολικά μεσημέρια, να μη θέλω να δεχτώ πως τα σχήματα των ανθρώπων που αγαπήθηκαν ίσως τελικά να μη βγαίνουν. Γιατί αν η αγάπη δε φτάνει για να φτιάξουμε κάτι οτιδήποτε τότε τι φτάνει; Τι φτάνει για να περισσέψει τόσο ώστε να πετύχει το μαζί; Τώρα ξέρω πως επειδή η μόνη απάντηση σε αυτό είναι ότι λογικά δε φτάνει τίποτα γιατί τίποτα δεν είναι αρκετό ούτε καν οι καρδιές οι ίδιες με όλο τους το σφρίγος αν κάτι δεν είναι για να μείνει, ότι δεν ήθελα να είμαι εγώ η ύπαρξη που το επιβεβαιώνει αυτό και έτσι έπρεπε εσύ να σηκώσεις κεφάλι.

Κάποιος έπρεπε να ταρακουνήσει τη ζωή που ζούσαμε για να βρούμε τη ζωή που μας αξίζει. Δεν ήταν ο φόβος της μοναξιάς που μας κράταγε μαζί, ούτε η θλίψη για τα κρύα σεντόνια και την άδεια θέση στο τραπέζι, το τηλέφωνο που δε θα χτυπάει το ίδιο στο εξής, η ζωή που δε θα μοιράζεται, το σώμα που δε θα ανάβει και το μυαλό που δε θα μπορεί να βγάλει άκρη. Ήταν ότι ακόμα είχαμε χρόνο. Είχαμε ένα ολόκληρο «νωρίς», ευχή και κατάρα σαν παράσημο στο στήθος παραδίπλα από τα συναισθήματα εκεί στα αριστερά και τα βγάζαμε πέρα με την κάθε μετά και τον εαυτό μας ευχόμενοι να μην είναι ποτέ αργά. Γιατί το πολύ αργά είναι μόνο κατάρα. Το πολύ αργά για μας, για να σώσουμε κάτι είναι η κατάρα με την κανονική της έννοια και όχι τη δακρύβρεχτη των βιβλίων. Την έννοια όσων ζωντανών δεν έχουν την πολυτέλεια να κλάψουν, γιατί οφείλουν να χαρούν που είναι ζωντανοί και το έζησαν αυτό. Την έννοια, λοιπόν, ότι δε θέλουμε να κουβαλάμε κάτι που θα μας κάνει να κλαίμε όταν οι άλλοι φιλιούνται, να βουρκώνουμε στα πάρτι και να νιώθουμε θλίψη στα βεγγαλικά. Γιατί αυτό είναι κατάρα κάτι να κουβαλάς ευσυγκίνητος εδώ και εκεί και πουθενά να μην αδειάζει.

Ώσπου το νωρίς έγινε αργά και έτσι γίνεται πάντα όταν δεν πρέπει να γίνει κάτι άλλο μεταξύ δυο ανθρώπων. Όταν πρέπει να παρατήσουν ό,τι κάνουν και ό,τι παλεύουν και να μην το παλεύουν άλλο. Ναι, η αγάπη είναι το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο και θέλει κόπο να κρατηθεί, αλλά δε θα πρέπει να θέλει κόπο να κρατήσεις τον άλλον. Αν δεν κυλάει σαν νερό στο τζαμί- σε ένα τζαμί που φροντίζεις και καθαρίζεις και καμαρώνεις ωστόσο- δεν έχει νόημα. Σε ευχαριστώ που έφυγες και τελικά κατάλαβα και εγώ αυτό το νόημα. Αν δεν το έκανες ίσως και να έσπαγα το τζαμί τελικά. Λογικά θα μου έφταιγαν τα πάντα και κυρίως ο εαυτός μου, ενώ δεν φταίει κανείς στην ουσία.

Άλλωστε δεν είναι ούτε όλοι οι δρόμοι στη ζωή δικοί μας ούτε προορισμένοι για να τους περπατήσουμε με όσους θα θέλαμε. Σε ευχαριστώ που έφυγες και έτσι θα καταφέρουμε και οι δυο να βρούμε το δρόμο που είναι φτιαγμένος μόνο για μας και εκεί θα μας περιμένει -όσο και αν αργήσουμε- ο άνθρωπος που είναι μόνο για μας.

Συντάκτης: Πέπη Νάκη
Επιμέλεια κειμένου: Βασιλική Γ.