Έχεις κάποιους ανθρώπους στο μυαλό σου, σε περίοπτη θέση, συγκεκριμένη κι αναλλοίωτη στο χρόνο. Δεν τους αγγίζει κανείς, όσος καιρός κι αν περάσει, και δεν πέφτουν από ‘κει που τους έχεις τοποθετήσει σαν να είναι σε κρυστάλλινη σφαίρα, γιατί σου έκαναν το μεγαλύτερο καλό. Ακόμη κι αν δεν τους έχεις στη ζωή σου τώρα.

Είναι εκείνοι οι άνθρωποι, που ήταν κοντά σου για να σε «σπρώξουν» να κάνεις τα  πράγματα που ήθελες, αλλά φοβόσουν είτε την απόρριψη είτε την αναποδιά είτε τον ίδιο σου τον εαυτό πολλές φορές. Εκείνοι, όμως, σου δώσανε μια και σε πήγαν δέκα βήματα μπροστά.

Σ’ έπιασαν απ’ το χέρι, σε χτύπησαν στον ώμο και με ήρεμη φωνή κι απερίγραπτη ψυχραιμία σου είπαν: «Όλα θα πάνε καλά!». Το παράξενο, βέβαια, είναι ότι όντως πήγαν. Σ’ ενθάρρυναν με τέτοιο τρόπο σαν να ψήλωσες δέκα πόντους και να φούσκωσαν τα μπράτσα σου, έτσι που δε σε φόβιζε τίποτα πια.

Σε καθησύχαζαν και σε κρατούσαν είτε αγκαλιά είτε με τα λόγια τους και τον τρόπο τους σε μια ήρεμη κατάσταση, που ένιωθες τη γη που πατούσες κατάδική σου. Σε πήραν απ’ το χέρι και κάνατε δέκα βήματα παρέα για να σου δείξουν πώς λειτουργούν κάποια πράγματα στη ζωή, καθώς έβλεπαν κάτι σε σένα που εσύ δεν έβλεπες· μεγάλο πρόβλημα να βλέπουμε τα χαρίσματα των άλλων κι όχι τα δικά μας.

Δε σου είπαν μόνο ότι είσαι μοναδικός κι ότι η μοναδικότητά σου σε κάνει ξεχωριστό, στο έδειξαν κιόλας. Με πράξεις, με ευκαιρίες, με αποφασιστικότητα και σοβαρότητα, που πήγαζε από μέσα τους, ότι εσύ είσαι η σωστή επιλογή κι όχι ο απέναντι.

Σου έμαθαν να ξεχωρίζεις τις γεύσεις για να μην μπερδεύεις τα καρυκεύματα και σου έδειξαν να μην μπασταρδεύεις την ταινία της ζωής σου με τις πρόβες που έχεις κάνει στο μυαλό σου συνοδευόμενες απ’ τους μονολόγους στον καθρέφτη σου.

Σου έβγαλαν έναν εαυτό, που είχες κουμπωμένο και κρυμμένο -αν όχι ξεχασμένο- μέσα σου και σου είπαν πως κανείς δεν έμαθε τα πάντα εν μία νυκτί. Ίσως αυτά να ήταν τα πιο παρήγορα και δυναμωτικά λόγια για να σου δώσουν να καταλάβεις, όσο καλύτερα μπορείς, πως όσο ζεις, μαθαίνεις, όπως έλεγε κι ο Σωκράτης. Aπλώς εκείνοι το έκαναν πράξη δείχνοντάς σου πως, όπου υπάρχει θέληση, υπάρχει και τρόπος, γιατί σου έδωσαν την ευκαιρία να θέλεις κι εσύ -πολύ καλά έκανες- να την αρπάξεις.

Γι’ αυτούς τους ανθρώπους, λοιπόν, αξίζει να κάνεις τα πάντα. Γι’ αυτούς που σου ενέπνευσαν το σεβασμό και σου έδειξαν το δρόμο, που βαθιά μέσα σου ήξερες ότι ήθελες να πάρεις, αλλά ο φόβος σ’ έκανε να τρέχεις προς την αντίθετη κατεύθυνση. Σου έμαθαν ότι κάποιες φορές αξίζει να κλείνεις το στόμα και ν’ ανοίγεις τ’ αυτιά σου.

Αν είσαι τυχερός -και για μένα ευλογημένος-  και τους έχεις κρατήσει στη ζωή σου, συνέχισε να παλεύεις με νύχια και με δόντια για να μην τους χάσεις. Κάτι καλό θα είχες κάνει παλιότερα και το κάρμα στο ξεπληρώνει στέλνοντας το πίσω. Μόνο έτσι εξηγείται πώς βρέθηκαν αυτοί οι άνθρωποι στο δρόμο σου ή βρεθήκατε στη διασταύρωση.

Μην τους  ξεχνάς και μην τους αφήνεις να σκονίζονται στα ράφια σου, χωρίς λόγο κι ουσία. Αν δεν ήταν εκείνοι, εσύ δεν ξέρεις πού θα μπορούσες να είχες καταλήξει. Αν δεν ήταν εκείνοι, ίσως ακόμη να παιδευόσουν να καταλάβεις, τι απ’ όλα όσα είχες στο μυαλό σου, είναι το ιδανικό για σένα, τι είναι η ηρεμία στη ζωή κι η ευχαρίστηση στην καρδιά σου.

Να μην ξεχνάς από πού ξεκίνησες, γιατί αν μαζί μ’ εκείνους τους ανθρώπους δεν είχες κάνει εκείνα τα βήματα, τώρα θα είχες άλλον εαυτό κι ίσως καμία ευκαιρία.

Αφιερωμένο στον Περικλή και στο Μάκη.

 

Επιμέλεια κειμένου Λάμδας Βήτα: Νάννου Αναστασία.

Συντάκτης: Λάμδα Βήτα