Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν θέλουν να πουν κάτι σοβαρό χωρίς να θέλουν να προσβάλλουν τον άλλον, θα το κάνουν με τέτοιο τρόπο ώστε να φανεί πως γίνεται στην πλάκα. Σίγουρα έχεις βρεθεί στη θέση κι εκείνου που κάνει πλάκα κι εκείνου που τη δέχεται. Ωστόσο δεν είναι μια τυχαία πλάκα το να πειράζεις τον άλλον για κάτι που ξέρεις ότι τον ενοχλεί πραγματικά.

Δε μιλάμε για το γνωστό καλαμπούρι, αλλά για πιο σημαντικά πράγματα. Ίσως πράγματα που έχεις εμπιστευτεί σε κάποιον ή σου έχει εμπιστευτεί κι εκείνος αντίστοιχα. Συνήθως έχει να κάνει με θέματα που αφορούν την εξωτερική εμφάνιση, κάποιον πρώην έρωτα, κάποιο χαρακτηριστικό που θα έχει ο φίλος σου και σε έχει κουράσει και πόσα άλλα.

Είναι πιο εύκολο να χρησιμοποιείς το χιούμορ κι ως άμυνα, αλλά τις περισσότερες φορές ως επίθεση στον συνομιλητή σου. Τώρα πώς νιώθει εκείνος πραγματικά, μόνο ο ίδιος το γνωρίζει. Ωστόσο, όταν θέλεις να πεις κάτι που πραγματικά σε ενοχλεί, ο τρόπος για να το κάνεις να φανεί πιο «ανάλαφρο» είναι να το πετάξεις όταν το κλίμα είναι ήδη στη φάση του καλαμπουριού και της χαζομάρας.

Έτσι αν αυτός που του έχεις πει την αλήθεια κατάμουτρα δείξει πως ενοχλήθηκε ή πως δεν του άρεσε και πολύ αυτό το αστείο, εσύ πάντα μπορείς να έχεις ως πρόχειρη απάντηση το «Πλάκα έκανα!».

Αυτό όμως το «Πλάκα έκανα», «Αστειευόμουν», «Καλά, είναι δυνατόν να πιστεύεις πως το εννοώ αυτό;», έχουν χαλάσει τις καλύτερες φιλίες και τα πιο καλά σπίτια. Δεν τα έχουν κλείσει «τα ποτά και τα ξενύχτια», αλλά η ύπουλη φράση «Πλάκα έκανα!».

Κάνεις το χαβαλέ σου στο φίλο σου, όμως όταν θα είναι μπροστά κάποιος που δε θα έπρεπε να ακούσει αυτό το κρύο αστείο σου για εκείνον ή αν θα είναι κάποιος άνθρωπος που εκείνος θέλει να φέρει πιο κοντά του κι εσύ τον προσβάλεις, τότε τα πράγματα είναι δύσκολα.

Φυσικά θεωρείται προσβολή για κάποιον ο οποίος είτε δεν είναι εξοικειωμένος με το δικό σου χιούμορ είτε έχει κάποια κόμπλεξ που ακόμη προσπαθεί να ξεπεράσει κι εσύ τα «επιδεικνύεις» μπροστά σε κάποιον άλλον.

Χρειάζεται να ξέρεις πού θα μιλήσεις, πότε, σε ποιον και για ποιο λόγο θα κάνεις το χαβαλέ σου μαζί του. Αν ας πούμε είναι φρεσκοχωρισμένος, δε θα του πεις: «Τώρα που είναι ελεύθερη η δικιά σου, να της στείλω σφηνάκια να δούμε αν μπορώ να τη ρίξω κι εγώ;» Αυτό είναι αστείο που μπορείς να κάνεις μετά από καιρό. Διότι και μια δόση αλήθειας να έχει αυτό μέσα, θα χάσεις τον φίλο σου μια για πάντα.

Επίσης, δε χρειάζεται να πεις στη φιλενάδα σου που μόλις γύρισε από διακοπές πως το φόρεμα που φοράει σήμερα πριν δυο μήνες την έκανε να φαίνεται σαν πριγκίπισσα και τώρα σαν μπομπονιέρα. Το γνωρίζει.

Γενικά, καλό θα ήταν να ξέρουμε για ποιο λόγο χρησιμοποιούμε το καλό χιούμορ και πότε να καταπίνουμε το κακό χιούμορ διότι είναι χειρότερο κι από φαρμάκι. Η πλάκα κι ο χαβαλές είναι πλάκα και χαβαλές. Τα σοβαρά τα λέμε στα σοβαρά και τα αστεία στην πλάκα.

Ας μην τα μπερδεύουμε παρ’ όλο που είναι παράδοση χρόνων. Διότι αν μπερδεύεις το χαβαλέ με το σοβαρό, ίσως και να μην μπορείς να ξεχωρίσεις τη σοβαρότητα μιας κατάστασης απ’ τη χαζομάρα και την καλοπέρασή της.

 

Επιμέλεια Κειμένου Λάμδας Βήτα: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Λάμδα Βήτα