Καθημερινά συναναστρεφόμαστε πολλούς ανθρώπους σε διάφορα επίπεδα και σε πολλούς βαθμούς. Από τον γείτονα που θα συναντήσουμε στο ασανσέρ και θα πούμε μια καλημέρα, τον συνάδελφο στη δουλειά, έναν περαστικό που μπορεί να μην ξαναδούμε ποτέ μέχρι και τους πιο δικούς μας ανθρώπους που θα ακούσουν σίγουρα τα περισσότερα. Η επικοινωνία λοιπόν μπορεί να είναι πρακτικά το πιο εύκολο και ταυτόχρονα το πιο δύσκολο task της ημέρας μας, ή και της ζωής μας ακόμη, ανάλογα με τις συνθήκες και τη σημασία της. Οι τρόποι επικοινωνίας είναι πολλοί. Επικοινωνούμε ακόμη και με τη σιωπή, με εκείνες τις στιγμές που η ησυχία είναι η πιο μεγάλη πρωταγωνίστρια της στιγμής και το μόνο που ακούγεται να σπάζει λίγο τη σιγή είναι οι αναπνοές που δίνουν όμως ακριβώς το στίγμα της σωστής επικοινωνίας.

Ο πιο κλασικός τρόπος όμως και διόλου ευκολότερος στην ουσία του, είναι ο διάλογος. Το να μιλούν δύο άνθρωποι δε σημαίνει ότι επιτυγχάνεται η επικοινωνία σε πρώτο ή και δεύτερο επίπεδο. Στην περίπτωση όμως που έχουμε ικανοποιήσει την αρχική συνεννόηση κι έχουμε μεταβεί στο επόμενο επίπεδο, οι όροι του παιχνιδιού αλλάζουν. Για να μάθεις κάποιον και να μπορέσεις να εισχωρήσεις σε βάθος μέσα στον ψυχισμό του χρειάζεται να λεχθούν μερικές πληροφορίες που δεν τις μοιράζεται απλόχερα με όλους. Φτάνει λοιπόν σε ένα σημείο που μπορεί κι έχει τη δύναμη να δώσει μια ζόρικη απάντηση, να αποκαλύψει μια πτυχή του εαυτού του που δεν το κάνει συχνά. Εκεί παραδεχόμαστε πολλές φορές την κίνηση και το θάρρος κι αναγνωρίζουμε πόσα κότσια χρειάζεται για να σταθείς μπροστά στην αλήθεια σου και να μπορέσεις να την προσφέρεις. Να της δώσεις εικόνα, σάρκα και οστά γιατί πρακτικά όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με μία αλήθεια κι επιλέγουμε να την παρουσιάσουμε, είναι σαν να τη ζωντανεύουμε. Μοιάζει να την έχουμε μπροστά μας και να πρέπει να την αντιμετωπίσουμε όμοιος προς ‘όμοιο. Όταν δεν είμαστε έτοιμοι για μια τέτοια κίνηση αποφεύγουμε να απαντάμε σε ερωτήσεις που ίσως μας πιέζουν, ίσως μας ενοχλούν κι εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε βρει τη δύναμη να τις απαντήσουμε στον εαυτό μας.

Αναμφίβολα λοιπόν, το να απαντήσουμε σε μία πιο τολμηρή ερώτηση που χρήζει ειλικρίνειας είναι μια γενναία πράξη. Πολλές φορές αρνούμαστε να απαντήσουμε ακόμη και για να μην πληγώσουμε τον άλλον. Είναι κι αυτός ένας τρόπος του παιχνιδιού. Δεν είμαστε τόσο δυνατοί ώστε να αντέξουμε στην πλάτη μας το φορτίο της στεναχώριας ενός ανθρώπου, ειδικά όταν εμείς ευθυνόμαστε γι’ αυτό. Άρα να ένας ακόμη λόγος που λέμε «μπράβο» στις γενναίες απαντήσεις.

Κάτι όμως που λίγοι έχουν σκεφτεί, είναι πόσο θάρρος χρειάζεται τελικά να θέσεις μια  ζόρικη ερώτηση; Η αντίστροφη σκέψη δε γίνεται συχνά, όλο το βάρος πέφτει σ’ εκείνον που μοιράζεται κι ανοίγεται αλλά εάν κοιτάξουμε με σοβαρότητα και κριτική σκέψη απέναντι από αυτόν, θα δούμε έναν τολμηρό άνθρωπο που βρίσκει κι εκείνος τη δύναμη να φέρει τον συνομιλητή του σε μία όχι και τόσο ευνοϊκή θέση. Είναι εκείνος που ανάβει το φιτίλι για να ανάψει το βεγγαλικό και να σκάσει τελικά η αλήθεια μπροστά στα μάτια μας. Εάν η απόφαση και το ρίσκο δεν παρθεί από εκείνον, καμία αληθινή απάντηση δε θα βρει το δρόμο να το σκάσει από τα χείλη μας.

Επίσης, είναι μια εξίσου γενναία πράξη όταν γίνεται συνειδητά διότι μπορεί η απάντηση που θα λάβει στην ερώτησή του να μην είναι εκείνη που θα ήθελε. Για παράδειγμα, σε μία σχέση κάνουμε πολλές ερωτήσεις. Για πόσες από αυτές όμως είμαστε προετοιμασμένοι για την αληθινή απάντηση; Σχεδόν για καμία. Έχουμε εκπαιδευτεί να ρωτάμε χωρίς να ξέρουμε γιατί το κάνουμε, ποια είναι η ανάγκη μας και σε τι μας ωφελεί.

«Μ’αγαπάς» ρωτάμε συνέχεια τον σύντροφό μας αλλά ποτέ μα ποτέ δεν είμαστε σε θέση να λάβουμε την απάντηση «όχι». Εάν πιστεύαμε ότι θα έπαιζε σαν σενάριο δε θα το ρωτούσαμε, θα αποφεύγαμε. Συνεπώς, μια τολμηρή ερώτηση που τίθεται σε βάσεις απόλυτης συνειδητότητας και είναι έτοιμη για κάθε ζόρικη απάντηση, αν μη τι άλλο αξίζει πολλά περισσότερα μπράβο.

Είναι πολύ δύσκολο να μπορέσεις να εκθέσεις τον εαυτό σου σε μια αλήθεια που ενδέχεται να σε πονέσει. Χρειάζεται να έχεις ξεκάθαρη εικόνα του χαρακτήρα σου και των αντοχών σου καθώς και μια καθαρή σχέση με την αλήθεια χωρίς φόβο. Κάποτε είχα ακούσει τη φράση «μην κάνεις καμία ερώτηση στην οποία δεν μπορείς να αντέξεις την απάντηση» κι εδώ συμπυκνώνεται όλο το νόημα όσων αναφέραμε παραπάνω.  Για να κάνεις μια τολμηρή ερώτηση πρέπει να είσαι σίγουρος πως αντέχεις να ακούσεις την αντίστοιχη απάντηση. Ίσως κάποιες φορές αυτή η απάντηση να σε εκπλήξει ευχάριστα και να ακούσεις κάτι που θα σου δώσει αληθινή χαρά, ίσως όμως σου δώσει και μια πίκρα που δύσκολα θα καταφέρεις να την απομακρύνεις από τη γεύση των συναισθημάτων σου.

Ένα μπράβο λοιπόν σε όσους δε διστάζουν να δώσουν μια αληθινή και ίσως σκληρή απάντηση, διπλό μπράβο όμως σε εκείνους που παίρνουν ανάσα και βουτάνε στα βαθιά κάνοντας τη σωστή ερώτηση στη σωστή στιγμή.

 

Συντάκτης: Μαρία Αθανασοπούλου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου