Εξ απαλών ονύχων, οι άνθρωποι ερχόμαστε αντιμέτωποι με διάφορες απαγορεύσεις ή και προτροπές. Η πλειοψηφία αυτών μοναδικό σκοπό είχαν την ευημερία του ίδιου του ατόμου αλλά και του κοινωνικού συνόλου στο οποίο εντάσσεται. Μεγαλώνοντας, βέβαια, οι κανόνες γίνονται όλο και πιο σκληροί, απόλυτοι και τις περισσότερες φορές άδικοι.

Δεν μπορούμε πια να πούμε με την ίδια βεβαιότητα που λέγαμε μικροί πως πρέπει να τηρούνται «για το καλό μας». Οι ρόλοι αντιστρέφονται κι η ίδια η κοινωνία που σε γαλούχησε με αρχές που θα ωφελούσαν πρώτα εσένα και μετά εκείνη, τώρα βάζει σε προτεραιότητα τα δικά της καλούπια κι εσύ οφείλεις να υπακούσεις, ακόμη κι αν πρόκειται να σε βλάψει.

Η ρουτίνα μας πια δεν αποτελεί τίποτε άλλο από κατ’ εξακολούθηση εφαρμογή προτύπων ή κανόνων. Είμαστε μια καλολαδωμένη μηχανή, που έχει μάθει να προσαρμόζει τα «θέλω» της στον εποχή της. Οτιδήποτε διαπερνά το συρματόπλεγμα των κανόνων κρίνεται διαφορετικό ή μάλλον ανώμαλο, ανήθικο, κατακριτέο. Και φυσικά κανείς δε θέλει έναν τέτοιο ρόλο μαύρου προβάτου στην κοινωνία.

Έτσι, δέχεσαι εντολές απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ. Απ’ την οικογένειά σου, απ’ τη δουλειά σου, απ’ τα μίντια , απ’ τους συγγενείς, απ’ τη γειτονιά, από όλο τον κοινωνικό περίγυρο. Αφήνουμε στην άκρη τους φίλους διότι εκεί, αν έχει γίνει σωστή δουλειά, είσαι ο εαυτός σου κι ίσως είναι το μοναδικό παραθυράκι ελπίδας στο όλο κακό συνονθύλευμα.

Τα όνειρα όμως κι η ιδιαιτερότητες του καθενός δε χωρούν ούτε εφαρμόζουν σε καλούπια. Πότε θα το καταλάβουμε αυτό; Πότε η απαιτητική κοινωνία μας θα πάψει να αποτελεί ένα σύγχρονο κρεβάτι του Προκρούστη που κόβει και ράβει τη διαφορετικότητά μας σύμφωνα με τις διαστάσεις της;

Θα υπάρξουν, λοιπόν, πολλοί καλοθελητές που θα σου πουν πως απαγορεύεται ή επιβάλλεται, πως θα προκαλέσει κακές εντυπώσεις ή πως προκειμένου να κερδίσεις καλές πρέπει να προβείς σε συγκεκριμένες ενέργειες. Και ποιος νοιάστηκε αν κάθε σου πράξη επικροτείται ή αποδοκιμάζεται απ’ το κοινό; Το χειροκρότημα έρχεται στο τέλος, αφού επέλθουν τα αποτελέσματα των αποφάσεών σου. Αν έπραξες εν τέλει ορθώς ή όχι.

Πολλοί μπερδεύτηκαν με τις πρόωρες δάφνες κι ακολούθησαν πιστά τις επιθυμίες του όχλου για τη δική τους ζωή, νομίζοντας πως έχουν εξασφαλίσει την ευτυχία μέσα απ’ την ικανοποίηση των άλλων και την αποδοχή, όταν όμως η κατάληξη ήταν αλλιώτικη από εκείνη που όλοι περίμεναν, έμειναν μόνοι τους με τα απωθημένα τους και το πλήθος δεν ήταν πια εκεί για να τους βοηθήσει να ορθοποδήσουν, παρά μόνο για να τους κρίνει.

Κι αυτό τους έδωσε ένα μάθημα, πως στη ζωή είμαστε μόνοι κι αποκλειστικοί δέκτες των συνεπειών των πράξεών μας. Επομένως αν είναι να πάρεις μία λάθος απόφαση και να λουστείς τους καρπούς της, τουλάχιστον ας είναι δική σου απόφαση, ας είσαι εσύ ο ίδιος ευεργέτης ή τιμωρός του εαυτού σου και κανένας άλλος. Διότι όλοι θα είναι εκεί όταν έρθει η στιγμή της απόφασης, να πετάξουν την άποψή τους για το τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνεις, κανείς όμως δε θα ‘ναι εκεί την ώρα του απολογισμού σου.

Κι έτσι έπαψαν να λαμβάνουν υπόψη τα «πρέπει» και τα «μη» που ωφέλησαν μοναχά τους άλλους κι όχι τους ίδιους. Τόλμησαν να δώσουν βαρύτητα στα δικά τους «θέλω», που ουκ ολίγες φορές συγκρούονταν με αυτά των άλλων. Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…

 

Συντάκτης: Νικολέττα Δημητρίου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη