Εισπνοή, τακτοποίηση, εκπνοή. Όμορφα και ταυτόχρονα τρομακτικά εισέρχεται στον οργανισμό μας η σκέψη για κάποιον άνθρωπο που σημάδεψε τη ζωή μας. Νιώθεις περήφανος που έζησες κάτι δυνατό με αρχή, μέση και τέλος σε μια εποχή που κυριαρχούν οι ημιτελείς ιστορίες.

Κάποιες νύχτες, το ταβάνι του δωματίου μετατρέπεται σ’ ένα κινηματογραφικό πανί μιας ταινίας όπου εσύ είσαι πρωταγωνιστής, σεναριογράφος και σκηνοθέτης. Ο τίτλος της είναι: «Κάποιες νύχτες ό,τι πιο όμορφο υπάρχει είναι οι φλύαρες σιωπές».

Σκηνή πρώτη. Ανάβεις ένα τσιγάρο που μοιάζει με το χρόνο. Τον εισπνέεις χωρίς να φοβάσαι. Άλλοτε ελαφρύς, άλλοτε βαρύς, άλλοτε λυτρωτικός, άλλοτε κουραστικός. Λειτουργεί σαν καθαρτικό που ξεγελάει το μυαλό και ταξινομεί τις αναμνήσεις. Το πριν, το μετά και στο ενδιάμεσο εσύ. Μια ρουφηξιά απ’ αυτόν και μια νωπή μνήμη από εκείνες τις νύχτες που τη σιωπή τους τη διαπερνούσε ο ήχος της σκέψης εκείνου του ανθρώπου όταν αυτή κυλούσε χωρίς φραγμούς στην ψυχή σου. Ζούσες με το όνειρο ότι θα αφήσει ένα σημάδι κι όχι μια ουλή πάνω σου. Ζούσες για ένα αναθεματισμένο ταξίδι διαφορετικό απ’ τα υπόλοιπα.

Σκηνή δεύτερη. Ρουφηξιά και μια σιωπή αποπνικτική ικανή για να ταΐσει το «γιατί να τελειώσει έτσι». Θυμάσαι τη ζωή σου να χαμογελάει πάνω σε ένα ακουστικό τηλεφώνου και σε μηνύματα μέσω του κινητού. Ο αέναος πόθος να σου μιλάει για τη μονιμότητα της συνύπαρξης. Ένας δικός σου ήχος ευτυχίας να σπάει τους φθίνοντες και μακρινούς θορύβους της γκρίζας καθημερινότητας. Δύσκολη σκηνή αυτή. Δεν υπήρξε καμία εκπνοή, μόνο μια ανελέητη σύγκρουση μέσα σου μεταξύ των επιθυμιών και των υποχρεώσεων.

Σκηνή τρίτη. Ρουφηξιά κι ακούς εκείνο το τραγούδι που ήταν ολόδικό σας και δεν ακούστηκε ποτέ στους άλλους, μελωδία και στίχοι ξεχωριστοί. Σκέφτεσαι πόσοι άνθρωποι θα το ακούνε αυτήν την στιγμή και θα νιώθουν όπως κι εσύ και προσπαθείς να παρηγορηθείς. Για λίγο ξενερώνεις, καθώς βλέπεις τον κολλητό σου να σε παροτρύνει να αφήσεις στην άκρη το μελό και να ζήσεις. Εσύ γελάς, αφού πριν λίγο καιρό βρισκόταν στη θέση σου. Ωστόσο αδιαφορείς για τα κλισέ του τύπου «εκεί που είσαι ήμουνα και δω που είμαι θα ‘ρθεις».

Σκηνή τέταρτη. Ρουφηξιά και μια ασπρόμαυρη φωτογραφία για συντροφιά παρέα με τους χτύπους της καρδιάς για ηχητικό background. Η ψυχή πάντα ξέρει κι ας μην το παραδέχεται το μυαλό. Σκορπάς απλόχερα τα όνειρα εκεί που γνωρίζεις πως δε θα ακουμπήσουν και χαρίζεις πνοή εκεί που δεν πρέπει. Από εγωισμό λοιπόν κι εσύ, γιατί το θέλεις, γιατί το νιώθεις, γιατί το έχεις ανάγκη, γίνεσαι θύτης κι ας ξέρεις ότι στην ουσία είσαι θύμα. Θύτες και θύματα λοιπόν όλοι μας.

Σκηνή πέμπτη. Ρουφηξιά και σηκώνεσαι απ’ το κρεβάτι. Μέχρι εδώ. Βγαίνεις έξω απ’ το σπίτι και προσπαθείς να συνηθίσεις τον αέρα που χτυπάει το πρόσωπό σου. Δε σε ενδιαφέρει αν είναι καλοκαίρι ή χειμώνας. Αν βρέχει η όχι. Αν χαμογελάς η όχι. Μέσα απ’ τη σκέψη φέρνεις αυτό το πρόσωπο κοντά σου κι αφήνεσαι μέσα απ’ τα λόγια ή μέσα απ’ τη σιωπή σου.

Τίτλοι τέλους. Τώρα είσαι ελεύθερος να αποφασίσεις τι πραγματικά ζητάς και θέλεις. Μια καινούργια αρχή ή μια δεύτερη ευκαιρία; Εσύ θα κρίνεις μα πριν το κάνεις θυμήσου αυτό.

Κάνε το μυαλό σου να σωπάσει και να λες, να δείχνεις πάντα ό,τι νιώθεις, χωρίς δεύτερες σκέψεις και χωρίς να επηρεαστείς από τίποτα παρά μόνο απ’ το μέσα σου. Είναι μεγάλη υπόθεση να είσαι ο εαυτός σου. Είναι κατάκτηση το αγαπημένο σου χρώμα να είναι η διαφάνεια.

Και μην ξεχνάς ποτέ ότι με τα θέλω της καρδιάς δεν κλείνεις ποτέ ραντεβού. Απλά βουτάς στα βαθιά και ρισκάρεις για ό,τι επιθυμείς πραγματικά. Χρειάζεται θάρρος για να κάνεις το βήμα, χρειάζεται τόλμη για να γίνει το σταμάτημα. Σύμμαχος σου ο αυτοκράτορας χρόνος που αδιάκοπα παραμένει ιδανικά τέλειος σε μια ατελή ζωή. Στον έρωτα να αισθάνεσαι νικητής απέναντι σε όλες τις ήττες σου.

 

Επιμέλεια Κειμένου Δημήτρη Μπότη: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Δημήτρης Μπότης