Μεγαλώνοντας πίστευα ότι μπορούσα να τα κάνω όλα μόνη μου. Και κοιτώντας γύρω μου, έβρισκα όλο και περισσότερους ανθρώπους σαν κι εμένα. Συζητούσαμε και καταλήγαμε στο «αν δεν έχεις νύχια ξυθείς, μην περιμένεις κάποιος άλλος να σε ξύσει». Το “multitasking” το είχαμε πάει σε άλλο επίπεδο. Σαν κινητά πολύ-εργαλεία ένα πράγμα.

Σκεφτείτε έναν άνθρωπο που προτιμούσε πάντα να κουβαλήσει δέκα σακούλες με την μια από το αυτοκίνητο στο σπίτι για να κερδίσει χρόνο και ας είχαν μουδιάσει τα χέρια του από το βάρος. Θα περνούσε μια φρικτή ημέρα αλλά σε κανέναν δεν θα έλεγε τίποτα, γιατί ποιος θα καταλάβαινε εξάλλου. Θα αρρώσταινε και θα έλεγε «μια χαρά είμαι, το έχω» ενώ το σώμα του μετά βίας σηκωνόταν από το κρεβάτι. Θα διαλυόταν μέσα του αλλά θα έπλυνε το πρόσωπό του, θα καλλωπιζόταν στην πένα και θα έβγαινε από το σπίτι απαντώντας σε όλους «όλα καλά», με εκείνη την πειστική άνεση ανθρώπου που έχει κάνει την απόκρυψη δεύτερή του φύση.

Και αν τον ρωτήσεις «Μα καλά, γιατί δεν ζητάς βοήθεια;» θα σου απαντήσει «αφού μπορώ γιατί να ενοχλήσω», ή ότι προτιμάει να βασίζεται στον εαυτό του είναι πιο safe. Ούτως ή άλλως έχει μάθει να μην χρειάζεται κανέναν.
Μόνο που υπάρχει μια ερώτηση που σπάνια θα κάνει κάποιος σε αυτού του είδους τους ανθρώπους. Έμαθαν τελικά να τα καταφέρνουν μόνοι τους επειδή αυτό τους κάνει ευτυχισμένους ή επειδή κάποτε χρειάστηκαν κάποιον και απογοητεύτηκαν που εκείνος δεν ήταν εκεί;

Γιατί υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο να μπορείς να σταθείς στα πόδια σου και στο να τρομάζεις στην ιδέα ότι κάποια μέρα μπορεί να χρειαστείς ένα χέρι για να σηκωθείς. Το πρώτο είναι δύναμη ενώ το δεύτερο μπορεί να είναι φόβος μεταμφιεσμένος σε δύναμη. Και το πιο παράδοξο σε όλο αυτό είναι πως η κοινωνία που ζούμε συνήθως επιβραβεύει και τα δυο με τον ίδιο τρόπο.

«Είσαι δυνατός άνθρωπος!»

«Δεν έχεις ανάγκη κανέναν εσύ!»

«Τα καταφέρνεις υπέροχα μόνος σου!»

Το λέμε σα να είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα να φτάσεις σε ένα σημείο όπου κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να σου λείψει αρκετά ώστε να σε επηρεάσει. Σαν ρε παιδιά, η συναισθηματική ανεξαρτησία να σημαίνει ότι δεν χρειάζεσαι ποτέ κανέναν. Σα να είναι νίκη το να μην ζητάς βοήθεια, να μην δείχνεις αδυναμία, να μην στηρίζεσαι σε κανέναν, να μην αφήνεις κανέναν να αποκτήσει τόση σημασία ώστε η απουσία του να σε πονέσει αύριο μεθαύριο.

Ε και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, αρχίζουμε να μπερδεύουμε την ανεξαρτησία με την απομόνωση.
Μας λούζει κρύος ιδρώτας μήπως εξαρτηθούμε από κανέναν. Δεν θέλουμε να περιμένουμε κανένα τηλεφώνημα που μπορεί να μην έρθει, δεν θέλουμε να χρειαστούμε κάποιον και να ανακαλύψουμε ότι δεν είναι διαθέσιμος ή δεν θέλουμε να δώσουμε σε έναν άλλον άνθρωπο τη δυνατότητα να μας πληγώσει ακριβώς επειδή έχει γίνει σημαντικός για εμάς.

Οπότε κάνουμε κάτι πολύ έξυπνο, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως. Φροντίζουμε να μην χρειαζόμαστε τίποτα από κανέναν. Αν μπορώ να λύσω μόνη/ος μου το πρόβλημά μου, δεν χρειάζεται να διακινδυνεύσω μια άρνηση, μια κριτική ή ένα «χρέος» που μπορεί εν τέλει να μην μπορώ να ξεπληρώσω. Αν δεν πω ότι δυσκολεύομαι, δεν θα νιώσω εκτεθειμένος/η ή λιγότερο ικανός/ή. Αν δεν περιμένω από κανέναν το οτιδήποτε, δεν θα απογοητευτώ που δεν μπορεί να μου το δώσει. Αν δεν δεθώ πολύ, δεν θα πονέσω και πολύ.

Αν το σκεφτείς το σχέδιο μοιάζει αλάνθαστο. Έχει μόνο ένα μικρό πρόβλημα: για να μην κινδυνεύσεις να πληγωθείς ή να απογοητευτείς από τους ανθρώπους, πρέπει να περιορίσεις και το πόσο βαθιά μπορείς να συνδεθείς μαζί τους.

Και κάπου ανάμεσα σε όλο αυτό αρχίζει να φαίνεται το τίμημα. Γιατί όντως μπορεί να έχεις μια υπέροχη δουλειά, να πληρώνεις τα του εαυτού σου άνετα, να παίρνεις τις αποφάσεις σου, να ταξιδεύεις, να οργανώνεις την ζωή σου χωρίς να δίνεις λογαριασμό σε κανέναν ή να δίνεις όποτε το βρίσκεις σκόπιμο και απαραίτητο ή μπορεί να έχεις χτίσει μια ζωή που αποδεικνύει καθημερινά ότι είσαι ικανός/ή αλλά και πάλι να φτάνεις στο σημείο να δυσκολεύεσαι να πεις σε έναν άνθρωπο: «ξέρεις, σήμερα δεν είμαι καλά, μπορείς να μείνεις λίγο μαζί μου;»

Όχι επειδή τον χρειάζεσαι αλλά επειδή η ανάγκη σε κάνει να αισθάνεσαι ευάλωτος.

Στην ψυχολογία, η θεωρία της προσκόλλησης περιγράφει πώς οι πρώιμες σχέσεις μας μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε την εγγύτητα, την εμπιστοσύνη και την υποστήριξη αργότερα στην ζωή. Δεν καθορίζουν απόλυτα το ποιοι θα γίνουμε, αλλά οι εμπειρίες μας μπορούν να μας μάθουν τι να περιμένουμε από τους άλλους.

Αν για παράδειγμα, μεγάλωσες σε ένα περιβάλλον όπου οι ανάγκες σου αντιμετωπίζονταν ως υπερβολικές και η βοήθεια ερχόταν με επικρίσεις ή οι άνθρωποι στους οποίους στηριζόσουν δεν ήταν σταθερά διαθέσιμοι, μπορεί να έμαθες να μην ζητάς πολλά. Να παρηγορείς τον εαυτό σου μόνος σου, να μην δείχνεις πόσο σε επηρεάζουν τα πράγματα και να γίνεσαι ο άνθρωπος που δεν χρειάζεται φροντίδα.

Έτσι μεγαλώνοντας, αυτή η συμπεριφορά μοιάζει τόσο φυσική, ώστε να μην αναγνωρίζεις καν ότι είναι επιλογή προστασίας. Νομίζεις ότι απλώς είσαι έτσι.

Ίσως όμως αξίζει να αναρωτηθείς, αν πραγματικά δεν θέλεις την βοήθεια των άλλων ή αν έχεις συνδέσει τη βοήθεια με κάτι που δεν θέλεις να ξαναπεράσεις. Βλέπε απογοήτευση, απόρριψη, την αίσθηση ότι είσαι βάρος ή το να χρειαστείς να εξηγήσεις σε κάποιον γιατί πονάς ενώ θα έπρεπε να το καταλαβαίνει από μόνος του. Ακόμα και το να ανοιχτείς σε κάποιον και να μετανιώσεις που το έκανες.

Φίλοι μου, κάθε ανεξάρτητος άνθρωπος εννοείται και δεν είναι πληγωμένος, ούτε επειδή λύνει μόνος του τα προβλήματα σημαίνει ότι φοβάται την οικειότητα. Η αυτονομία είναι υγιής και σημαντική. Μας βοηθάει να παίρνουμε αποφάσεις, να αναλαμβάνουμε την ευθύνη της ζωής μας και να μην παραδίνουμε την ευημερία μας στα χέρια κάποιου άλλου.

Το ζήτημα δεν είναι αν μπορείς να τα καταφέρεις μόνος σου αλλά αν αισθάνεσαι ότι πρέπει να τα καταφέρνεις μόνος σου, ακόμα κι όταν δεν ΑΝΤΕΧΕΙΣ άλλο. Αν μπορείς να πεις «το έχω» αλλά δεν μπορείς να πεις «δεν μπορώ σήμερα». Αν επιτρέπεις στους άλλους να σε θαυμάζουν για την δύναμη σου, αλλά δεν τους αφήνεις ποτέ να δουν τι σου κοστίζει όλο αυτό.

Αν θέλεις να έχεις ανθρώπους στη ζωή σου αλλά ποτέ να μην χρειαστεί να βασιστείς επάνω τους, τότε η ανεξαρτησία -συγνώμη που θα το πω- αλλά παύει να είναι ελευθερία. Γίνεται ένας κανόνας που πρέπει να τηρείς για να αισθάνεσαι ασφαλής. Και αυτό επιτρέψτε μου αλλά είναι εξαντλητικό.

Κανείς δεν μπορεί να είναι διαρκώς ο δυνατός, κανείς δεν μπορεί να ελέγξει τα πάντα, και θα αρρωστήσεις και θα χάσεις και θα φοβηθείς και θα μπερδευτείς και θα χρειαστείς και μια συμβουλή ή μια αγκαλιά ή απλώς ένα άτομο που απλώς θα κάτσει δίπλα σου να κοιτάτε παρέα το κενό. Και αυτές οι στιγμές δεν σε κάνουν λιγότερο ικανό/ή! Σε κάνουν άνθρωπο. Και ίσως χρειάζεται να γίνουμε άνθρωποι που μπορούν να επιλέγουν ποιον χρειάζονται, χωρίς να φοβούνται ότι αυτή η ανάγκη θα τους κάνει λιγότερο δυνατούς. Γιατί αγαπημένοι μου, η μεγαλύτερη ελευθερία δεν είναι να μπορείς να ζήσεις χωρίς κανέναν, είναι να μπορείς να ζήσεις μόνος σου, αν χρειαστεί, αλλά να μην χρειάζεται να ζεις σα να είσαι μόνος σου ακόμη κι όταν κάποιος είναι εκεί.

Δεν είναι αδυναμία να χρειάζεσαι έναν άνθρωπο. Αδυναμία είναι να στερείσαι την ανθρώπινη σύνδεση για μια ολόκληρη ζωή, μόνο και μόνο για να μην δώσεις ποτέ σε κανέναν την ευκαιρία να σε απογοητεύσει.

Συντάκτης: Φραγκούλα Χατζηαγόρου