Πολλοί είναι αυτοί που δεν γνωρίζουν τι ακριβώς συνέβη με εμάς. Άλλοι τόσοι μας θεωρούσαν το τέλειο ζευγάρι και μας ζήλευαν. Πολλοί με ρώτησαν, γιατί, σε λίγους είπα την αλήθεια.

Σπάω την σιωπή μου και τα αποκαλύπτω όλα, στην εβδομάδα εξομολόγησης του pillowfights.gr

Την γνώρισα ξαφνικά κι ερωτευτήκαμε από την πρώτη ματιά. Μοιάζει μελό αλλά είναι αλήθεια. Λίγες μέρες αργότερα, χωρίς καλά καλά να γνωριζόμαστε βρεθήκαμε να συγκατοικούμε.

Αρχίσαμε σιγά-σιγά να γνωριζόμαστε και να φτιάχνουμε το σπίτι μας, πλέον. Βλέπεις είχα νοικιάσει πιο πριν το σπίτι μεγάλο για έναν άνθρωπο, σα να ήξερα.

Αρχίσαμε να γνωρίζουμε τους φίλους και τις οικογένειες μας. Δεν περάσαμε ούτε μια μέρα χώρια, από την πρώτη μέχρι την τελευταία.

Εκείνη, εντυπωσιακή γκόμενα, στιλάτη, έμοιαζε πολύ cool. Μοιραζόμασταν ακόμα και το ίδιο επάγγελμα. Το σπίτι μας είχε πια πάρει την τελική του μορφή. Όλα του γούστου της –είχε γούστο εδώ που τα λέμε.

Παιδί διαλυμένης οικογένειας με βίαια βιώματα. Εγώ ήμουν εκεί για αυτήν έχοντας ζήσει υπέροχα παιδικά χρόνια.

Το πρώτο ξέσπασμα της ήρθε λίγες ημέρες πριν τις πρώτες μας διακοπές. «Άντε γαμήσου», μου φώναξε σε μια όχι και τόσο έντονη διαμάχη.

Ψάρωσα, δεν είχα δει αυτή την πλευρά της ποτέ. Οι διακοπές μας ολοκληρώθηκαν μαρτυρικά αφού κι εγώ την παράτησα μόνη ένα βράδυ σε ένα μπαρ και έφυγα προς το ξενοδοχείο μας. Κλάματα, φωνές, βρισιές –εκεί ξεδίπλωσε όλο της το λεξιλόγιο.

Την ημέρα της επιστροφής μας χάσαμε το αεροπλάνο. Γυρίσαμε με πλοίο, ταξί, κτελ, ταξί. Το διασκεδάσαμε και ξεχάσαμε τον Γολγοθά των διακοπών. Ήταν η πρώτη ρήξη.

Περνούσαμε φοβερά μαζί, απίστευτο πάθος και χημεία στο σεξ. Μετά από κάθε φορά τρέμαμε και οι δύο. Αυτή είχε κλάψει κάνα δύο φόρες από την ένταση, έλεγε.

Βγαίναμε, ξενυχτούσαμε, πίναμε, τρώγαμε βρώμικα, σα δύο καλοί φίλοι. Τρέχαμε ξυπόλητοι, κάναμε σεξ στα πάρκα. Τρέλα.

Όμως, οι φίλοι μου κάτι είχανε δει στην Α., κάτι δεν τους άρεσε, δε μίλησε κανείς, τι να πούνε άλλωστε;

Εκείνη είχε ψυλλαστεί, βέβαια. Μετά από επικούς μεθυσμένους καβγάδες κατάφερε και με τράβηξε από αυτούς που έπρεπε, για εκείνη. Ο απολογισμός, φίλοι που αυτή ενέκρινε, μια σπασμένη πόρτα και ένα κόκαλο.

Οι καβγάδες συνέχιζαν, το «άντε γαμήσου» το είχε καραμέλα, τσίριζε και έσκουζε σα γουρούνι στη σφαγή.

Την στόλιζα και εγώ πουτάνα και άχρηστη. Μου μαγείρευε, μου σιδέρωνε τα ρούχα, με φρόντιζε, αλλά αν δεν ήμασταν στα καλά μας όλα μόνος, σαν εργένης ξανά. Το νοίκι, το ρεύμα, το νερό, τις βόλτες, τα γούστα, όλα εγώ.

«Εγώ σε ταΐζω ρε μαλάκα.»

«Από που μωρή; Όλα εγώ τα πληρώνω, σε χαρτζιλικώνω και από πάνω.»

Μια μέρα μετά τα είχαμε ξεχάσει όλα. Πάλι σεξ, αγκαλιές και δάκρυα. Μου είχε πάρει τον αέρα. Με κρατούσε από τα αρχίδια.

Η ρωγμή ανάμεσά μας όλο και μεγάλωνε, οι εντάσεις αμείωτες, αυτή να τσιρίζει, να σπάει πιάτα, εγώ να ανοίγω την πόρτα και να φεύγω για αέρα, να μην κάνω αυτό που με πρόσταζε το ένστικτό μου. Μια από αυτές τις φορές με κλείδωσε από έξω, ρεζίλι της οικοδομής.

Παρ’όλα αυτά, της πήρα το δαχτυλίδι μετά από λίγο. Μου ζητούσε αρραβώνα, αρχίσαμε να προσπαθούμε και για παιδί.

Κάπου εκεί ήρθε κι ένα δάνειο για σπίτι από την οικογένεια μου. Τι απέγινε η ρωγμή που σας έλεγα; Στοκάρισμα, επιφανειακό.

Έσκασε, τελικά, ο στόκος με έναν καβγά που δεν είχε προηγούμενο. Με έβριζε, έφτυνε, πετούσε πράγματα. Η πρώτη μου φορά που έχασα τον έλεγχο, δε με δικαιολογώ, είναι το μόνο για το οποίο λυπάμαι.

Εγώ με καρούμπαλο στο κεφάλι και σημάδια στην πλάτη, αυτή με μελανιές στα πόδια και τον λαιμό, το σπίτι, γιαπί. Παλαιότερα τα περιέγραφα κλαίγοντας. «Πώς δεν έκανα καμιά τρέλα ρε μαλάκα; Έτσι γίνονται τα εγκλήματα πάθους», φώναζα στα φιλαράκια μου.

Εγώ στο πατρικό μου, αυτή σπίτι μας, να μαζέψει τα πράγματα της.

Λάδι, ξύδι, αλάτι, μαξιλάρια, κουρτίνες, φωτιστικά, σταχτοδοχεία, ποτήρια, πιρούνια, απορρυπαντικά. Μέχρι και τα μαξιλάρια του κρεβατιού έλειπαν. Ξεριζωμένα φυτά και μπανιέρα χωρίς κουρτίνα. Πήρες μια ιδέα.

Τα δώρα που μου είχε κάνει τα πήρε όλα πίσω, τα δικά μου τα κράτησε, όπως και το δαχτυλίδι. Ο κουμπαράς με τα ψιλά που μαζεύαμε για τις διακοπές μας, έλειπε και αυτός.

Αυτό αντίκρισα όταν επέστρεψα σπίτι μου. Αυτό και μια σακούλα αποφάγια. Γιατί μαζεύτηκαν καμιά δεκαριά νοματαίοι και πέρα των δικών μου αντικειμένων που άρπαξαν, είχαν το σθένος να μαγειρέψουν και να κάτσουν να φάνε. Σπανακόρυζο, πάντα το απεχθανόμουν, καρμικό.

Έσφιξα τα δόντια και συμμάζεψα. Καθώς συμμάζευα, λοιπόν, βρήκα ένα σημείωμα που είχε γράψει και μιλούσε για αξιοπρέπεια, γέλασα με την καρδιά μου.

Την επόμενη κιόλας μέρα είχα αγοράσει ό,τι μου είχαν πάρει οικογενειακώς, εκτός από τα χριστουγεννιάτικα και τα καλοκαιρινά, ναι ακόμη και αυτά πήραν. Η δικαιολογία ήταν πως ενάμιση χρόνο με φρόντιζε, οπότε δικαιούταν μερίδιο από το σπίτι.

Την έσβησα από παντού, την μπλόκαρα και στο κινητό μου. Βρήκε τρόπο και με πήρε δυο-τρεις φορές, ξημερώματα, άλλοτε με μουσική και άλλοτε σιωπηλά, μόνο ανάσες. «Στο είχα πει, θα καταλήξεις μόνη σου τρελή, στο είχα πει και ξέρεις ότι σε αγαπούσα», της είχα πει σε ένα τηλεφώνημά της.

Δέκα ημέρες πένθησα, αυτό ήταν, έβαλα μυαλό. Έγινα καλύτερος από ποτέ, χωρίς παλιούς λογαριασμούς χωρίς κακίες.

Ακόμη την θυμάμαι και χαμογελάω ο παπάρας.

Και όχι, δεν αποποιούμαι των ευθυνών μου, γιατί δεν μπορεί, κάπου έφταιξα κι εγώ.

Και παίρνω το θάρρος και σου λέω πως εγώ έφταιξα σε όλα, αναλαμβάνω το 100% των ευθυνών και για τους δυο μας.

Σου λέω λοιπόν, πως δεν την στήριξα ποτέ, πως δεν της έδωσα ο,τι είχα, ψυχικά και υλικά. Δεν την φιλούσα κάθε πρωί στις έξι που έφευγα για δουλειά. Πως δεν την στήριξα επαγγελματικά όταν με χρειάστηκε, ούτε πρακτικά όταν ασθένεια χτύπησε οικείους της. Πως δεν την αγκάλιαζα κάθε βράδυ, σου τα λέω αλλά δεν ξέρω αν μπορώ να σε πείσω. Βλέπεις, ίσως να γράφω καλά, αλλά με την ηθοποιία δεν το έχω.

Ακόμη και να ισχύουν τα παραπάνω, εξήγησε μου σε παρακαλώ την τελευταία της ημέρα στο σπίτι.

Έπειτα από όλα αυτά ίσως και να έφτιαξα ένα γνωμικό. Ο,τι είναι με λεφτά, είτε έχεις πολλά, είτε καθόλου, αργά ή γρήγορα ξανά φτιάχνει. Το μυαλό όμως και η πουτάνα ψυχή δεν στρώνουν ποτέ, τα κουβαλάς πάντα μέσα σου.

Συντάκτης: Βασίλης Δεμιρτζόγλου