«Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε ζωή.» γράφει ο Ν. Καζαντζάκης και θα μπορούσαμε να δώσουμε διάφορα εναλλακτικά ονόματα σ’ αυτό το, άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο, φωτεινό μεσοδιάστημα, ανάλογα και της προσωπικής εμπειρίας του καθενός βέβαια. Δε θα το ονομάζαμε, για παράδειγμα, εύκολα «κυνήγι της ευτυχίας»;

Το δικό μας κυνήγι για την ευτυχία διαδραματίζεται σε μια εποχή που, αν μου ζητούσαν να πω δύο-τρία πράγματα για αυτήν, το YouTube και Instagram (και εν γένει Internet και social media) υλικό καθώς και οι περσόνες που αυτά αναδεικνύουν και τέλος, η κατάθλιψη θα ήταν τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του καιρού μας που θα ξεπηδούσαν από τη σκέψη μου. Τα μεν πρώτα δαιμονοποιούνται καθημερινά για την υπερπροβολή μιας δήθεν – κατά πολλούς- ευτυχίας καθώς και για μια τάση μαζοποίησης του πληθυσμού και μιαν άκριτη παρακολούθηση και αντιγραφή διαφόρων προτύπων. Η δε κατάθλιψη είναι γεγονός πως είναι τρομερά αυξημένη στο σύγχρονο δυτικό κόσμο, ακολουθώντας ένα μοτίβο ματαιώσεων προσωπικών θέλω, μιας σημαντικής διαφοράς ανάμεσα στο επιθυμητό και το εφικτό lifestyle και μια αίσθηση προσωπικής αναποτελεσματικότητας και ματαιότητας της ζωής εφόσον μοιάζει σημαντικά δύσκολη, έως και ανέφικτη, η κατάκτηση της ευτυχίας.

Μία κοινότυπη άποψη κατηγορεί τα μεν για πολλές περιπτώσεις της δε. Ισχυρίζεται πως  ό, τι παρουσιάζεται είναι ειδικώς επιτηδευμένο, ώστε να αφήνει εντυπώσεις λάμψης και μια ακόρεστη επιθυμία απόκτησης όλο και περισσότερων αγαθών και επίτευξης αλλαγών στη ζωή μας, πράγμα που αυτομάτως μας κάνει να νιώθουμε δυστυχέστεροι, ακόμα κι αν στην πραγματικότητα δεν είμαστε. Πολύ εύκολο είναι, επίσης, να εναντιωθούμε στους ανθρώπους αυτούς που δημιουργούν όλη αυτή την κατάσταση, να τους κακολογήσουμε ότι από το τίποτα και μια ψεύτικη εικόνα γίνονται κάποιοι και ούτω καθεξής. Ακόμα, γενικότερα, είναι πολύ εύκολο να θεωρήσουμε πως αυτό που μας κάνει να τσεκάρουμε αυτούς τους ανθρώπους είναι ότι κάνουν μια ζωή διαφορετική από τη δική μας και πως έτσι νιώθουμε πως έστω και ψευδαισθησιακά σπάμε κι εμείς τη ρουτίνα μας για λίγο.

Μήπως, όμως, πίσω από όλα αυτά στην ουσία διακρίνεται μια ρητορική δυστυχίας; Ότι οι πολλοί είμαστε καταδικασμένοι να δυστυχούμε, γιατί οι άλλοι, οι λίγοι, αυτό θέλουν κι αυτό τους συμφέρει; Ότι υπάρχουν οι καλύτεροι από εμάς κι ότι εμείς είμαστε πρόβατα που τους στηρίζουμε; Ότι όλα είναι λάθος στην εποχή και τη ζωή μας και πως θυσιαζόμαστε όλοι στο βωμό μιας δηθενιάς και μιας ψεύτικης πραγματικότητας; Μια γενική αντίληψη, εν ολίγοις, που εκπηγάζει από την τάση «όσα δε φτάνει η αλεπού, να τα κάνει κρεμαστάρια»;

Είναι εύκολο να μείνουμε σε μια επιφανειακή θεώρηση της κατάστασης και να πιστεύουμε πως αυτά που ζηλεύουμε στα πρόσωπα της επικαιρότητας είναι οι ανέσεις, η προσοχή, τα χρήματα που βγάζουν «εύκολα». Προκαλώ όλους μας, όμως, να σκεφτούμε αν θα νιώθαμε το ίδιο ευτυχισμένοι, όσο θεωρούμε πως είναι εκείνοι, αν κάποιος μας παρείχε ακριβώς όσα εκείνοι έχουν. Σίγουρα η ζωή μας θα φαινόταν πιο εύκολη, αλλά δε θα είχαμε και πάλι την αίσθηση της ευτυχίας που νιώθουμε ότι έχουν οι άλλοι. Γιατί απλά κάνεις μας δεν είναι ίδιος με κανέναν άλλον.

Με λίγη παραπάνω εσωτερική αναζήτηση θα ανακαλύψουμε πως αυτό που μας γοητεύει και μας κάνει να δίνουμε σημασία σε αυτούς τους ανθρώπους είναι η μοναδικότητά τους. Για την ακρίβεια, είναι η αίσθηση ότι αυτός που έχουμε απέναντί μας είναι απόλυτα ικανοποιημένος με αυτό που είναι. Καταπιάνεται με πράγματα με τα οποία παθιάζεται. Είναι ένας άνθρωπος που βγάζει τα προς το ζην από αυτό ακριβώς που τον κάνει ευάλωτο και έρμαιο σε ρητορικές μίσους. Είναι ένας άνθρωπος που εκθέτει το είναι του όπως αυτό είναι.

Αν, λοιπόν, ξεφύγουμε από το γνωστικό σχήμα ότι η ευτυχία κι η επιτυχία είναι για λίγους καθώς και ότι η ευτυχία είναι κοινή και μια για όλους, τότε μόνο θα δούμε πού βρίσκεται η χρυσόσκονη σε κάθε άνθρωπο που φαίνεται να λάμπει. Ο καθένας μας στο σήμερα, με ή χωρίς το κομμάτι της φήμης, μπορεί να κατακτήσει την ευτυχία, αν δει από πού αυτή πραγματικά προέρχεται.

Από τη στιγμή που κάποιος από εμάς θα αποφασίσει να είναι ο εαυτός του αδιαφορώντας για το αν αρέσει στους άλλους αλλά και για την κριτική που μπορεί να λάβει, θα έχει μπει στο δρόμο της ευτυχίας και της επιτυχίας. Διότι το να είμαστε ευτυχισμένοι και επιτυχημένοι στηρίζεται στο μέσα μας. Πηγάζει από μιαν αστείρευτη αποδοχή του ποιοι είμαστε και μια ζεστή αγκαλιά προς αυτό. Δημιουργείται όταν αρχίσουμε να μας θαυμάζουμε για εκείνο το ένα πράγμα που μας καθιστά διαφορετικούς και για εκείνο που ξέρουμε να κάνουμε καλά. Διότι, δυστυχία θα πει να αναλώνουμε την ενέργεία μας στο να αλλάξουμε όλα εκείνα στα οποία υστερούμε από τη μάζα ή τους άλλους ευτυχισμένους και να μη δίνουμε τη δέουσα προσοχή και προσπάθεια στο να αναδείξουμε και να αγαπήσουμε όλα εκείνα που μας κάνουν ιδιαίτερους, αυτό που είμαστε.

Ευτυχία είναι να σε αγαπάς γι’ αυτό που είσαι και επιτυχία είναι να πουλάς αυτό που σε ξεχωρίζει από τους άλλους. Ό, τι κι αν είμαστε κι ό, τι κι αν κάνουμε, εν τέλει, αξίζει να το κάνουμε καλά. Μάλιστα, δεν έχει νόημα να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε ποτέ κανέναν για να τον φέρουμε στα μέτρα της νόρμας, γιατί τότε θα του στερήσουμε την ευτυχία του° και πρώτ’ απ’ όλα αυτό ισχύει για τους εαυτούς μας. Αν, λοιπόν, αναρωτιόμαστε τι είναι ευτυχία, δεν είναι η καλοτυχία ούτε η ευκολία στη ζωή. Ευτυχία είναι να συμμαχείς με τον εαυτό σου.

 

Συντάκτης: Νίκη Φαρδιά
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου