Όταν ήμασταν παιδιά, όλοι φανταζόμασταν το πόσο γαμάτο θα είναι να μένουμε μόνοι μας. Γιατί, δε λέω, τέλεια η φροντίδα της μαμάς, με το φαγητό μας, τα πλυμένα-σιδερωμένα ρούχα μας και τον μπαμπά απ’ την άλλη με τις βαθυστόχαστες συζητήσεις το βράδυ, τις βόλτες και τα παραμύθια πριν κοιμηθούμε –μη το γελάτε, αν γινόταν και τώρα να μου διάβαζε ο μπαμπάς μου παραμύθια, ευτυχισμένη θα ήμουν.

Τι να πει κανείς για τα χρόνια που ζεις με τους γονείς σου; Νομίζω είναι μία απ’ τις μεγαλύτερες ευτυχίες. Να γυρνάς σπίτι, κουρασμένος και πεινασμένος και να συναντάς το καθησυχαστικό χαμόγελο της μαμάς σου και τον ήρεμο μπαμπά σου. Και τα κλασικά να σε ρωτάνε πώς πήγε η μέρα σου κι εσύ να έχεις μόνιμα την απάντηση στο στόμα «σκατά ήτανε». Ειλικρινά δε θυμάμαι πόσες φορές είχα δώσει αυτή την απάντηση, σίγουρα πολλές.

Ε μετά έρχεται το λύκειο κι οι πανελλήνιες. Μέσα στο άγχος και την ταλαιπωρία εννιά ολόκληρους μήνες, σκέφτεσαι όλη την ώρα πότε θα τελειώσεις για να περάσεις ξέγνοιαστο καλοκαίρι, να βγεις έξω και να ηρεμήσεις απ’ όλα αυτά. Προφανώς όμως, δε μένουμε μόνο εκεί, αλλού είναι το μυαλό μας. Είναι ξεκάθαρο πως όταν σκεφτόμαστε το πρώτο μας φοιτητικό σπίτι, γύρω απ’ το κεφάλι μας υπάρχουν λαμπάκια και φώτα led με τις μέρες που θα πρέπει να περάσουν για να πάμε να κοιτάξουμε -αν δεν έχουμε ψάξει ακόμα.

Η χαρά του να αγοράζεις τα πρώτα σου έπιπλα, είτε είναι στο φοιτητικό σου σπίτι και πόσο μάλλον στο κανονικό σου σπίτι, είναι σχεδόν απερίγραπτη. Νομίζω όλοι αποκτάμε τότε την ιδιότητα του διακοσμητή. Υπάρχουν ένα εκατομμύριο φυλλάδια γύρω σου. Προσπαθείς να ταιριάξεις καναπέδες με τραπεζάκια και καρέκλες και έρχονται κι οι κουρτίνες να σου χαλάσουν τα σχέδια. Άτιμες κουρτίνες.

Δεν είναι μόνο ότι αλλάζεις σπίτι, ουσιαστικά αλλάζεις ζωή. Μεγαλώνεις, όσο τρομακτικό κι αν ακούγεται. Τα φοιτητικά χρόνια είναι μία trial περίοδος για να δεις πόσο θα αντέξεις, πώς θα τα πας με τις υποχρεώσεις σου, πόσες φορές θα μείνεις χωρίς λεφτά μέχρι να έρθει η επόμενη εβδομάδα. Σε γενικές γραμμές, κάνεις μια μικρή προπόνηση για όταν θα μείνεις εντελώς μόνος και εντελώς ανεξάρτητος.

Όλα αυτά στη θεωρία φαντάζουν τόσο τέλεια, μέχρι να έρθει εκείνη η στιγμή, που θα σπάσει ο διάολος το ποδάρι του, θα βρίσεις όσους Θεούς και σύμπαντα υπάρχουν και θα μείνεις να κοιτάς τη σπασμένη βρύση του μπάνιου. Εκείνη την ώρα δύο επιλογές έχεις. Είτε να το πάρεις πατριωτικά και να το παίξεις υδραυλικός που θα παλέψει για να φτιάξει τη βρύση –γιατί κρίμα είναι το καημένο το σπίτι να γίνει πισίνα– είτε θα πέσεις κάτω στο πάτωμα σαν αστερίας φωνάζοντας «ας έρθει κάποιος να με πάρει». Στην πραγματικότητα όμως όλοι γνωρίζουμε το τι θα κάναμε. Ένα τηλέφωνο υπόθεση: «Μαμά, μπαμπά, χρειάζομαι βοήθεια.»

Τι πιο κλασικό απ’ το να ζητήσεις βοήθεια απ’ τους γονείς σου; Θέλεις-δε θέλεις, θα έρθουν –προφανώς και δε θέλεις γιατί τώρα και καλά είσαι ανεξάρτητος και τι κρίμα που έπεσες στην ανάγκη τους.

Γονείς είναι, αν τους ζητήσει το παιδί τους βοήθεια, φυσικά και θα τρέξουν. Το αστείο είναι πως όταν θα φτιάξουν τη ζημιά, εσύ απλά θα τους φαντάζεσαι με στολές υπερηρώων και θα σκέφτεσαι πόσο γαμάτους γονείς έχεις. Βέβαια, μην κάνεις το λάθος να σκεφτείς αν θέλεις να γυρίσεις στο πατρικό σου. Μπορεί να είναι αρκετά δελεαστικό το γεγονός ότι εκεί είναι όλα τέλεια και κουμάντο δεν κάνεις εσύ, αλλά είναι ώρα να πατήσεις στα δικά σου πόδια.

Μη μαθαίνεις σε κάθε αναποδιά να είσαι με ένα τηλέφωνο δίπλα και τη μαμά ή τον μπαμπά σε ταχεία κλήση. Δε θα σου κάνει καλό, είναι κουραστικό και για σένα και για τους γονείς σου και στο τέλος δε θα καταλάβεις πώς είναι να αντιμετωπίζεις μόνος σου τα προβλήματα σου.

Τελικά δεν έχω καταλάβει κατά πόσο θα μπορούμε να είμαστε εντελώς ανεξάρτητοι απ’ τους γονείς μας. Είναι βαριά έννοια που δύσκολα την εννοεί κάποιος. Οι γονείς σου θα είναι σε κάθε σου βήμα, σε κάθε στάδιο της ζωής σου και προφανώς σε κάθε ζημιά. Μπορείς να δουλέψεις, να έχεις τα δικά σου χρήματα, να κάνεις τη δική σου οικογένεια, αλλά και πάλι εξαρτημένος θα είσαι -κι όχι με την αρνητική έννοια.

 

Επιμέλεια Κειμένου Χριστίνας Νικολοπούλου: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Χριστίνα Νικολοπούλου