Σήμερα σου γράφει μια γυναίκα∙ αν είναι νηφάλια, τι σημασία έχει; Μη σκέφτεσαι και μη βιάζεσαι να ξεστομίσεις πως ξέρεις τι θα σου πει. Έξω νύχτα και ξέρεις, όσοι κρύβουν κάτι καλά και βαθιά μέσα τους, έχουν ιδιαίτερη σχέση μαζί της.

Ο πόνος της ανάμνησης ζωντανεύει, παίρνει μορφή και περνάει σαν ασπρόμαυρη ταινία. Έξω ησυχία, δεν ακούγεται τίποτα. Οι νύχτες μοναξιάς έχουν τη δική τους ιεροτελεστία, μια αυτοκαταστροφική ιεροτελεστία που βασανίζεις μυαλό και κορμί παράλληλα.

Ξάπλωσα, σκέφτομαι ό,τι χαζομάρα μπορώ να θυμηθώ για να ξεγελάσω τις σκέψεις μου, δεν τα καταφέρνω. Γιατί δεν τα καταφέρνω, μου λες; Γιατί ο Μορφέας δεν έρχεται να με πάρει και γιατί το διπλό κρεβάτι μοιάζει τόσο μεγάλο; Τι να το κάνω εγώ 1,60 άνθρωπος, πώς να το γεμίσω; Σε θυμάμαι να με πειράζεις για το ύψος μου. Χαμογελάω, οι παλμοί κατεβαίνουν, νομίζω ηρέμησα.

Με παίρνει ο ύπνος, εφιάλτης, βλέπω εφιάλτη. Ξυπνάω ιδρωμένη, τρομαγμένη και ψάχνω το καλώδιο του φωτιστικού πάνω στο κομοδίνο. Πού είσαι για να μου πεις ότι ήταν απλώς ένα όνειρο; Άστο, πάω να ανάψω τσιγάρο.

Σε θυμάμαι με τον καπνό στο χέρι και το φιλτράκι στο στόμα να μου χαμογελάς. Έχω δει τόσους άντρες να καπνίζουν, να στρίβουν κι όλοι είναι τόσο αδιάφοροι και ξενέρωτοι. Εσύ πώς κατάφερες να αποτυπώσεις την εικόνα σου στο μυαλό μου; Ίσως επειδή κάθε φορά με κοιτούσες με εκείνα τα μάτια, εκείνα που μοιάζουν με μικρού παιδιού. Είχαν μια σπιρτάδα, σου έβγαζαν μονίμως χαρά και προπάντων μια αγνότητα.

Ξενερώνω ρε, που ο καιρός περνάει κι όσοι γνωρίζω με απογοητεύουν. Απηύδησα όπως μου είχες πει τότε εσύ. Όλοι επικεντρωμένοι σε αυτό που βλέπουν εξωτερικά, κανείς τους δε θυμάται τίποτα. Κανείς τους δε μου λέει να αποβάλω τις αναστολές, τα «πρέπει», τα «μη» και τα «αν» μου. Κανείς τους δε μου μιλάει για γκόμενες, νομίζουν πως θα ζηλέψω. Κανείς δε με κάνει να γελάσω όπως εσύ τότε, κανενός η μυρωδιά δεν πλησιάζει το δικό σου ph.

Κι η αγκαλιά τους κρύα, ξενέρωτη, αδιάφορη. Κοντοί, ψηλοί, αδύνατοι ή πιο γεμάτοι, δεν κουμπώνω με καμία τους, σου λέω. Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι αν θα σε δω, δε θα σε αγκαλιάσω. Αλλά το έκανα και σε έσφιξα τόσο δυνατά που όλα αυτά που είχα τόσο καιρό να σου πω ήταν λες και στα είπα με εκείνη την αγκαλιά.

Ξενερώνω να βγαίνω έξω και να με κοιτάνε, να με φλερτάρουν. Θέλω μόνο εσύ να με κοιτάς, να με κοιτάς όπως τότε, που εγώ δεν έπαιρνα πρέφα και μου το έλεγαν οι φίλοι μετά. Να με κοιτάς εσύ, γιατί εσύ έχεις τα κότσια να το κάνεις επίμονα, δε φοβάσαι μην τσαλακωθείς, δεν έχεις εγωισμούς.

Ξενερώνω να βγαίνω για ποτό και να μην είσαι κι εσύ στο ίδιο χώρο. Μάλλον θα είναι αυτό που έλεγε η Μαλβίνα: «Χίλιοι άνθρωποι μέσα στο μπαρ και είναι άδειο. Κανένας. Μπαίνει ο έρωτάς σου, τότε μόνο χίλιοι ένας. Οι χίλιοι απλώς κομπάρσοι.» Διψάω μαζί τους, με εσένα δεν προλάβαινα. Κατευθείαν μου έδινες και κάτι καινούριο.

Εγώ θέλω να μιλάω για βιβλία, για ταινίες, να αναλύω άρθρα, να βρίζω, να καπνίζω, να είμαι χωρίς μέικ απ και μερεμέτια. Θέλω κάποιον να μου ζητάει αναπτήρα ρε και κάποιον να τον φωνάζω με το επίθετό του.

Ξενερώνω με τις φωνές και τους καβγάδες τους, θέλω τη δική σου ηρεμία, κάποιον που να με σκοτώνει όπως εσύ με την ειλικρίνειά του. Να μου λέει ότι λέω μαλακίες και να μου μιλάει με επιχειρήματα. Ποια, εμένα, που μια ζωή νόμιζα πως τα ξέρω όλα.

Θέλω θάρρος κι όχι θράσος, κάποιον να επιμένει να μείνω όταν πρέπει να φύγω. Κάποιον που πιστεύει στην επιθυμία κι όχι στους καθωσπρεπισμούς που επιβάλλει η κοινωνία. Και βόλτες, πολλές βόλτες, όπως τότε με τη μηχανή που μου φώναζες να φοράω κράνος κι εγώ σου μουρμουρούσα για το μαλλί. Δε θέλω να περνάω πια από εκεί μόνη κι αν θες να μάθεις, αλλάζω πια δρόμο.

Σιχάθηκα τις σχέσεις που ζητωκραυγάζουν τη δήθεν ευτυχία και πίσω απ’ τις κλειστές πόρτες κλαίνε με λυγμούς. Ανακάλυψα πως τα μυστικά μου πάνε περισσότερο, άλλωστε ξέρεις πως εγώ δεν αποζητώ ασφάλεια από έναν άντρα. Τι να το κάνω το μόνιμο, το σίγουρο, το ήρεμο; Αυτά είναι για τις γυναίκες του σωρού, εγώ βαριέμαι εύκολα για αυτό «Λατρεύω τους άντρες που μου γεννούν φόβο» όπως είχε πει η Κάθλιν Τέρνερ στην Έξαψη.

Σήμερα, σου γράφω εγώ. Και κοίτα να δεις που τελικά όλα μου φαίνονται όντως ξενέρωτα μακριά σου. Εγώ που πάντα ήμουν χαμένη στο διάστημα, για φαντάσου…

 

Επιμέλεια Κειμένου Μαρίας Καλλιοντζή: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Μάρω Καλλιοντζή