Η Μαρία Πακιακιό μάς λέει τα dos and don’ts της οικειότητας. Δες εδώ!

gbnfbgdsd

Η διατροφή κέτο ή κετογονική δίαιτα δημιουργήθηκε από τον Δρ. Gianfranco Cappello, αναπληρωτή καθηγητή χειρουργικής στο Πανεπιστήμιο Sapienza στη Ρώμη της Ιταλίας. Η κετογονική διατροφή είναι ένας όρος που περιγράφει τη μειωμένη πρόσληψη υδατανθράκων όπως ορίζει και η Atkins δίαιτα. Η ιδέα και η φιλοσοφία της συγκεκριμένης διατροφής είναι να πάρουμε ένα πλήθος θερμίδων, οι οποίες μεταφράζονται σε ενέργεια, που θα προέρχονται από πρωτεΐνη, λίπος και λιγότερους υδατάνθρακες. Μειώνουμε, λοιπόν, ή σταματάμε την κατανάλωση ζυμαρικών, ζάχαρης και λευκού ψωμιού, μεταξύ άλλων.

Όταν καταναλώνουμε λιγότερο από 50 γραμμάρια υδατανθράκων ημερησίως, το σώμα μας εξαντλείται από καύσιμα που μπορεί να χρησιμοποιήσει άμεσα, καθώς έχουμε βγάλει εκτός τα σάκχαρα. Συμπληρωματικά, θα αρχίσουμε να διαλύουμε πρωτεΐνες και λίπη για ενέργεια, επομένως μειώνεται σταδιακά η σωματική μας μάζα. Αυτό ονομάζεται κέτωση. Αξίζει να σημειωθεί, ότι η κετογονική δίαιτα είναι ένα βραχυπρόθεσμο πρόγραμμα, που επικεντρώνεται στην απώλεια βάρους κι όχι στα επιδιωκόμενα οφέλη για την υγεία.

Εντούτοις, οι άνθρωποι που ακολουθούν ένα τέτοιο πρόγραμμα έχουν στόχο να χάσουν κιλά τις περισσότερες φορές μεν, αλλά προσφέρει, σύμφωνα με έρευνες, οφέλη σε κλινικές καταστάσεις, όπως είναι η επιληψία. Από το 1920 είχε κάνει αισθητή της παρουσία της ως μέσο ελέγχου των επιληπτικών κρίσεων. Σε ειδικές περιπτώσεις προσφέρεται σε ανθρώπους με καρδιακά προβλήματα, εγκεφαλικές παθήσεις, ακόμη και με ακμή, κάτι που είναι εύλογο λόγω μείωσης των σακχάρων. Ακόμη, όμως, βρίσκεται υπό την αιγίδα παρακολούθησης από το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Συνεπώς (θα το πούμε πολλές φορές ακόμη) ό,τι κι αν κάνουμε, πάντα ενημερωνόμαστε από τους ειδικούς γιατρούς και διαιτολόγους για κάθε βήμα μας, είναι μια εξειδικευμένη διατροφή, που απομονώνει μια μεγάλη ομάδα μακροθρεπτικών συστατικών, όπως είναι οι υδατάνθρακες. Να επισημάνω πώς σε περιπτώσεις Σακχαρώδη Διαβήτη και κυρίως τύπου 1 δεν ξεκινάμε κατά το δοκούν μια τέτοια διατροφή αν δεν έχουμε μιλήσει με διαβητολόγο και σύμβουλο διατροφής.

Όταν ο οργανισμός σου καίει αποθηκευμένο λίπος, σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να προκληθεί βλάβη στα νεφρά. Ξεκινώντας, λοιπόν, μια κετογονική δίαιτα ή γυρνώντας πίσω στο συνηθισμένο πρόγραμμα διατροφής μας, μπορεί να είναι ρίσκο, σε περίπτωση παχυσαρκίας, καθώς θα προκληθούν ανεπιθύμητες αυξομειώσεις του βάρους, κάτι το οποίο δεν είναι αποδεκτό σε ακραίες συνθήκες. Ως ειδικοί κι έχοντας ως προτεραιότητα την υγεία των ασθενών μας, πρέπει όλα τα προγράμματα που διαλέγουμε να ακολουθούμε να έχουν μια ροή, να πηγαίνουν with the flow που λέμε.

Στον κόσμο των δίαιτας απώλειας βάρους, γενικά μιλώντας, τα σχέδια κατανάλωσης χαμηλών υδατανθράκων κι υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνες συχνά τραβούν την προσοχή. Οι δίαιτες Paleo, South Beach και Atkins εντάσσονται σε αυτήν την κατηγορία. Μερικές φορές αναφέρονται ως κετογονικές ή «κέτο» δίαιτες. Αλλά μια πραγματική κετογονική διατροφή είναι διαφορετική. Σε αντίθεση με άλλες δίαιτες με χαμηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες, οι οποίες εστιάζουν στην πρωτεΐνη, ένα σχέδιο κέτο επικεντρώνεται στο λίπος, το οποίο παρέχει έως κι 90% των ημερήσιων θερμίδων. Και δεν είναι το είδος της διατροφής που πρέπει να δοκιμάσετε ως πείραμα.

«Η δίαιτα κέτο χρησιμοποιείται κυρίως για να βοηθήσει στη μείωση της συχνότητας των επιληπτικών κρίσεων στα παιδιά. Δε γνωρίζουμε εάν λειτουργεί μακροπρόθεσμα, ούτε αν είναι ασφαλής.» προειδοποιεί η εγγεγραμμένη διαιτολόγος Kathy McManus, διευθύντρια του Τμήματος Διατροφής στο Brigham and Women’s Hospital που σχετίζεται με το Χάρβαρντ.

Το κάψιμο λίπους φαίνεται σαν ένας ιδανικός τρόπος για να χάσουμε κιλά. Αλλά με το να στερούμε από τον εαυτό μας υδατάνθρακες, καταναλώνοντας λιγότερους από 20 έως 50 γραμμάρια υδατανθράκων την ημέρα (λάβετε υπόψη ότι μια μεσαίου μεγέθους μπανάνα έχει περίπου 27 γραμμάρια υδατανθράκων) μπορεί να προκαλέσει τεράστια βλάβη στο συκώτι μας. Άλλοι πιθανοί κίνδυνοι κέτο περιλαμβάνουν:

 

1.  Ανεπάρκεια θρεπτικών συστατικών. «Εάν δεν τρώτε μεγάλη ποικιλία λαχανικών, φρούτων και δημητριακών, ενδέχεται να διατρέχετε κίνδυνο ανεπάρκειας μικροθρεπτικών συστατικών, όπως σελήνιο, μαγνήσιο, φώσφορο και βιταμίνες Β και C», λέει ο McManus.

2. Προβλήματα στο ήπαρ. Με τόσο λίπος για μεταβολισμό, η δίαιτα θα μπορούσε να επιδεινώσει τυχόν υπάρχουσες ηπατικές παθήσεις.

3. Προβλήματα στα νεφρά. Τα νεφρά βοηθούν στο μεταβολισμό των πρωτεϊνών και ο McManus λέει ότι η δίαιτα κέτο μπορεί να τις υπερφορτώσει. (Η τρέχουσα συνιστώμενη πρόσληψη πρωτεΐνης είναι κατά μέσο όρο 46 γραμμάρια την ημέρα για τις γυναίκες και 56 γραμμάρια για τους άνδρες).

4. Δυσκοιλιότητα. Η δίαιτα κετο έχει χαμηλή περιεκτικότητα σε ινώδη τρόφιμα όπως δημητριακά και όσπρια.

5. Ασαφής σκέψη κι αλλαγές στη διάθεση. «Ο εγκέφαλος χρειάζεται ζάχαρη από υγιείς υδατάνθρακες για να λειτουργήσει. Οι δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων μπορεί να προκαλέσουν σύγχυση κι ευερεθιστότητα», λέει ο McManus.

 

Τέλος θα αναφερθούν παραδειγματικά διάφοροι τύποι κετογονικής δίαιτας όπως:

 

• Πρότυπη κετογονική δίαιτα (SKD): Πρόκειται για μια δίαιτα με πολύ χαμηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες, μέτρια πρωτεΐνη και υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά. Συνήθως περιέχει 75% λίπος, 20% πρωτεΐνη και μόνο 5% υδατάνθρακες.

• Κυκλική κετογονική δίαιτα (CKD): Αυτή η δίαιτα περιλαμβάνει περιόδους υψηλότερης επανατροφοδότησης με υδατάνθρακες, όπως 5 κετογονικές ημέρες ακολουθούμενες από 2 ημέρες υψηλών υδατανθράκων.

• Στοχευμένη κετογονική δίαιτα (TKD): Αυτή η δίαιτα επιτρέπει να προσθέσετε υδατάνθρακες γύρω από τις προπονήσεις.

• Κετογονική δίαιτα υψηλής πρωτεΐνης: Αυτή είναι παρόμοια με μια τυπική κετογονική δίαιτα, αλλά περιλαμβάνει περισσότερες πρωτεΐνες. Η αναλογία είναι συνήθως 60% λίπος, 35% πρωτεΐνη και 5% υδατάνθρακες.

 

Ό,τι και να αποφασίσετε βεβαιωθείτε πως ο δρόμος για να διώξετε κιλά θα είναι στρωμένος με υγεία, σύνεση, αυτοπροστασία και αυτοσεβασμό. Συμβουλευτείτε τους ειδικούς διατροφολόγους σε συνεργασία με τους γιατρούς, όταν θέλετε να μπείτε σε ένα περιοριστικό πρόγραμμα διατροφής.

Συντάκτης: Ελευθερία Νάκα
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου