Ρωτώντας πας στην Πόλη αλλά μαθαίνεις και πράγματα που κανένα google ποτέ δε θα σου πει. Μυστικά μαντζούνια, ερωτήσεις κάπως άβολες ή αδιάκριτες, απορίες για τις μεγάλες ώρες, τιπς για τη δουλειά ή συνταγές ξεχασμένες, ό,τι δεν ήξερες ότι ήθελες να μάθεις, θα στο πουν τα μικρά μας ρεπορτάζ.

 

Γράφει η Γιοβάννα Κοντονικολάου (#Γυάλινος_κόσμος)

Εγώ θυμάμαι τότε που δούλευα ως φωτογράφος μαζί με τον πατέρα μου σε γάμους και βαφτίσεις, που είχανε δει πολλά τα μάτια μου, με κορυφαίο όλων ένα φοβερό σκηνικό στα Γιάννενα που δε θα ξεχάσω ποτέ. Πέραν του ότι έβρεχε -σε γάμο τώρα έτσι-, πράγμα που κάνει φοβερά δύσκολο το να τραβήξεις καλές φωτογραφίες, συνέβη και το εξής τραγικό: Λογικά την προηγούμενη μέρα, ίσως και την ίδια, το ζευγάρι είχαν σκοτωθεί μεταξύ τους, σε σημείο να μη θέλουν μισή φωτογραφία μαζί. Στον γάμο τους τώρα έτσι; Τους παρακαλούσαμε για μια κοινή φωτογραφία, ένα φιλί, μια αγκαλιά μια τρυφερή στιγμή και δεν ήθελαν να στέκονται ούτε καν ο ένας κοντά στον άλλον. Το χειρότερο είναι ότι ο καβγάς συμπεριλάμβανε και τα πεθερικά, τα οποία επίσης δεν ήθελαν καμία φωτογραφία οι μεν με τους δε -τράβα γύρευε τώρα τι είχε γίνει. Όλο αυτό τώρα, εν μέσω νεροποντής στα Γιάννενα, ενώ εμείς στεκόμασταν σαν τα παπιά μες στη βροχή παρακαλώντας για μια φωτογραφία. Εν τέλει πήραμε ζήτημα 10 (σκεφτείτε ότι ο μέσος όρος κλικ σε έναν γάμο είναι οι 1000) και τις υπόλοιπες τις φτιάξαμε στο φώτοσοπ και σε σαλόνια, για να φαίνεται ότι είναι μαζί. Ειλικρινά έχω απορία αν είναι ακόμη μαζί αυτοί οι δύο.

 

Από τη Σουζάνα Ντεζούκι (#Σουζ_anax_των_25)

Πριν αρκετά χρόνια εργάστηκα στο τμήμα εισπράξεων γνωστής τράπεζας. Τα πράγματα εκεί ήταν τραγικά κάθε μέρα, όμως υπήρξε ένα σκηνικό που με έκανε να παραιτηθώ. Οι team leaders θέλοντας να «αυξήσουμε τις εισπράξεις» -λες και ήταν στο χέρι μας αν θα μπορούσε κάποιος να πληρώσει- ασκούσαν πίεση με κάθε ευφάνταστο και μη τρόπο. Μια από αυτές τις «πρακτικές» ήταν να φωνάζουν την ώρα που εμείς μιλάγαμε στον πελάτη εξηγώντας του την όποια οφειλή. Μία από αυτές τις «υπεύθυνες» λοιπόν, ήρθε πάνω από το κεφάλι μου και χτύπησε με τα χέρια της παλαμάκια φωνάζοντας «πιο γρήγορα, πιο γρήγορα πρέπει να πιάσουμε τους στόχους μας». Έβαλα τον δόλιο τον πελάτη στην αναμονή ντροπιασμένη όσο δεν πάει, πρόσβαλα την team leader της συμφοράς και έφυγα. Είναι αηδιαστικοί αυτοί οι επαγγελματικοί χώροι, όμως ο παραλογισμός και η απανθρωπιά των υπευθύνων είναι το πιο απόκοσμο πράγμα που έχω δει.

 

Γράφει ο Ανδρέας Πετρόπουλος (#Αμένσιοτο)

Βραδινή βάρδια στο τηλεφωνικό κέντρο εταιρίας τηλεπικοινωνιών, γύρω στις 02:00 δέχομαι τηλεφωνική κλήση από πελάτη. Με το που σηκώνω το τηλέφωνο, λέμε τον χαιρετισμό που συνήθως επιβάλλουν και λίγο πιο μετά μου είπε ότι έχει πρόβλημα με το στικάκι. Κάνουμε όλα τα απαραίτητα βήματα και μου λέει χαρακτηριστικά «το έβαλα, και τώρα;». Κάνουμε μια επανεκκίνηση του λέω. Κατά τη διάρκεια της επανεκκίνησης άκουγα κάτι περίεργους θορύβους και βαριανάσαινε. Όπα λέω, εδώ έχει ψωμάκι η υπόθεση. Ο τύπος αυν@νιζόταν για τουλάχιστον 5 λεπτά που τον είχα στη γραμμή! Και στο τέλος μου είπε χαρακτηριστικά: «Σ’ ευχαριστώ κ@ η φωνή σου με έκανε να τελειώσω πιο γρήγορα και από C130»

 

Mας εξομολογείται η Έλενα Φου (#runners)

Όντας σερβιτόρα πριν μια τριετία σε εστιατόριο πεντάστερου ξενοδοχείου φτάνει μια άφιξη αργά το βράδυ στα όρια κλεισίματος της κουζίνας μας για να φάει μετά το εξαντλητικό της ταξίδι. Φανερά εκνευρισμένοι οι πελάτες γιατί είχαν συναντήσει ένα κάρο αναποδιές, φανερά εκνευρισμένοι κι όλοι οι υπάλληλοι στο μαγαζί γιατί κλείναμε. Λέω «ψυχραιμία Έλενα, εσύ θα κάνεις τη δουλειά σου». Να σημειώσω εδώ ότι το κάθε πιάτο στον κατάλογο αναφερόταν σε τρεις διαφορετικές γλώσσες για ευκολία των πελατών. Ξεκινάει λοιπόν ο άντρας να διαβάζει τον κατάλογο και με ρωτάει τι διαφορά έχει το ένα ψάρι με το άλλο. Του εξηγώ ευγενικά ότι είναι το ίδιο πιάτο σε άλλη γλώσσα και δε λέει να το καταλάβει. Προσπαθώ επί 5 λεπτά να του εξηγήσω με διάφορες λέξεις -τα αγγλικά μου είναι πολύ καλά by the way- και συνεχίζει το ίδιο τροπάριο ενώ κάποια στιγμή από το πουθενά γίνεται έξαλλος και αρχίζει να με βρίζει και να μου φωνάζει, λέγοντας ότι δεν ξέρω τη δουλειά μου και ούτε θυμάμαι τι άλλο. Φεύγω από το τραπέζι διακριτικά, στέλνω τον Μάνατζερ και αφού παραγγέλνουν με τα χίλια ζόρια, ξεκινάω το σέρβις σαν να μην έγινε τίποτα. Όταν έφτασα στο τραπέζι χαμογελαστή λες και τον έβλεπα πρώτη φορά, παρότι άξεστος και αγενέστατος, κατέληξε να μου ζητήσει συγνώμη και να μου πει ότι άπλα ήταν τρομερά κουρασμένος από το ταξίδι. Η σύζυγος του δίπλα με κοίταξε με ύφος «έτσι κάνει μη δίνεις σημασία λυπάμαι που σου μίλησε έτσι» και εγώ την κοίταξα επίσης με ύφος «κι εγώ λυπάμαι που εσύ τον παντρεύτηκες, εγώ απλά σας σέρβιρα μία φορά».

 

Γράφει η Νεφέλη Μπαντελά (#Νεφελώδης)

Ήταν αρχές Φεβρουαρίου του 2020. Όλοι τότε ακούγαμε για τον Covid αλλά δε γνωρίζαμε πολλά, οι μάσκες δεν είχαν μπει στη ζωή μας, αλλά όλοι είχαμε αρχίσει να φοβόμαστε. Ένα πρωί φτάνω στην εταιρεία και βλέπω στην υποδοχή ένα γκρουπ είκοσι περίπου Κινέζων. Κοιτώ γύρω μου και βλέπω κάποιους συναδέλφους να με κοιτούν πανικόβλητοι. Ένας από τους συναδέλφους έρχεται κοντά μου και με ενημερώνει έκπληκτος πως αυτοί έχουν έρθει για μένα. Πράγματι, ήταν συνεργάτες ενός εταίρου από την Κίνα και είχαν έρθει να με δουν στο πλαίσιο μιας εκπαιδευτικής επίσκεψης που έκαναν. Μόλις κατάλαβα τι γινόταν τους έβγαλα έξω σε κοντινό καφέ με τεράστιο τρόμο και αγωνία που δεν μπορούσα να εκφράσω σε καμία περίπτωση. Όταν επέτρεψα σπίτι φυσικά λούστηκα με οινόπνευμα και έκανα διαλογισμό για να αποφύγω την υστερία. Εκείνη την ημέρα γλίτωσα τον covid αλλά δε θα ξεχάσω ποτέ το βλέμμα των συναδέλφων μου -κάπως έτσι πιστεύω είναι το βλέμμα αυτού που σε βρίζει από μέσα του χωρίς να λέει τίποτα.

 

Μας εξομολογείται η Δέσποινα Σαρακατσιανού (#runners)

Στο ΚΕΠ όπου εργάζομαι έρχεται σύζυγος «πολλά βαρύς», από τα αρσενικά που δε σηκώνουν πολλά πολλά, με τη σύζυγο, χαμηλών τόνων, με σκυμμένο το κεφάλι για να υπογράψει η κυρία εξουσιοδότηση για να πουλήσει το αυτοκίνητο που είχε στην κατοχή της. Της λέει λοιπόν ο τύπος «βάλε εδώ υπογραφή». Εγώ επειδή καταλαβαίνω ότι είναι ανενημέρωτη η εν λόγω κυρία της εξηγώ τι ακριβώς υπογράφει. Μου λέει « Δηλαδή για να πουλήσει το ΙΧ;» Της λέω «ναι». Εκεί να δείτε μπινελίκια που άρχισε να κατεβάζει το στόμα της. Εννοείται πως δεν υπέγραψε ποτέ και πως φύγανε, αυτός με την ουρά στα σκέλια και αυτή ωρυόμενη!

 

Μας εκμυστηρεύεται η Δήμητρα Χατζηβασιλείου (#rock_the_world)

Κούρευα έναν πελάτη. Κατά τη διάρκεια του κουρέματος, εντελώς ξαφνικά, ξεκινάει η μπέρτα να κουνιέται και ο τύπος με όλο απόλαυση και ύφος έκλεινε τα μάτια του με απόλαυση. Τα χέρια μου ξεκίνησαν να τρέμουν, είχα πάθει σοκ και δεν ήξερα από πού να φύγω ή να πάω να κρυφτώ. Το κούρεμα τελείωσε, αυτός ευτυχώς όχι. Σημειωτέον ήταν γαμπρός της εργοδότριάς μου.

 

Από την Αγγελική Τσαγκαράκη (#αντιτελειότητα)

Ήταν η πρώτη μου δουλειά μόλις τελείωσα το σχολείο. Μπουφέ-σέρβις-λάντζα-τακάνωόλακαισυμφέρω σ’ ένα μικρό μαγαζί με frozen yogurt, του οποίου ο ιδιοκτήτης δεν ήξερε τι πάει να πει «ανθρώπινη συμπεριφορά». Φωνές, χαμός, προσβολές, όλα όσα φωνάζουν από μακριά «έχω λεφτά και σε πληρώνω οπότε είσαι το δουλάκι μου». Μες στη σεζόν είχαν παραιτηθεί γύρω στα 7 άτομα και οι δύο που μείναμε στο τέλος δε φεύγαμε γιατί δεν μπορούσαμε να αφήσουμε η μία την άλλη μόνη της. Μια ωραία, συνηθισμένη μέρα έρχεται ο λεγάμενος με έξτρα δόση νεύρων. Αρχίζει να μας αποκαλεί άχρηστες, ηλίθιες, ζώα, χαζές και ούτε που θυμάμαι τι άλλο, με ένταση ικανή να βγάλει ασθενή από κώμα. Η άλλη κοπέλα κι εγώ κρατιόμασταν να μη βάλουμε τα κλάματα αλλά δεν τα καταφέραμε κι έτσι κρυφτήκαμε, μία στην κουζίνα και μία στον πάγκο με τα παγωτά όσο ο εργοδότης μας συνέχιζε να φωνάζει (ποτέ δεν καταλάβαμε γιατί). Όταν ξεθύμανε κι έφυγε, ήρθαν μέσα οι δύο Νορβηγές πελάτισσες 65+ που αυτός, μάλλον, δεν είχε δει ότι κάθονταν στα τραπεζάκια της παραλίας. Ζήτησαν και τις δύο μας, έδωσαν από 50€ στην καθεμία και μας είπαν «Δεν έχουμε ιδέα τι έλεγε αυτός ο τρελός αλλά σίγουρα δεν ήταν τρόπος να μιλάει στις υπαλλήλους του. Λυπόμαστε που πρέπει να ανέχεστε κάτι τέτοιο και ξέρουμε πως τα χρήματα δε θα αλλάξουν αυτό που μόλις περάσατε. Αν σας επιτεθεί έτσι ξανά θα πάμε μαζί στην αστυνομία.». Είχαμε κοκαλώσει, δεν πιστεύαμε αυτό που γινόταν. Οι κυρίες μας αγκάλιασαν κι έφυγαν. Το μαγαζί έκλεισε τέλος σεζόν και δεν άνοιξε ποτέ ξανά. Έχουν περάσει τόσα χρόνια κι ακόμη αναπολώ αυτές τις γλυκές τουρίστριες που δεν κοίταξαν τη δουλειά τους και δεν έκλεισαν τ’ αυτιά σε ένα από τα πιο επώδυνα εργασιακά μου συμβάντα. Ελπίζω να είναι καλά και οι δύο, ο εργοδότης από την άλλη, ας πάει να πν@γεί!

 

Γράφει η Αθανασία Κεχαγιά (#πάλι_τα_ίδια)

Σερβιτόρα πέρσι σε μεγάλο ξενοδοχείο, έχω ένα τραπέζι με τριμελή οικογένεια, τουρίστες μιλώντας άψογα αγγλικά είχαμε πολύ καλή συνεννόηση. Θέλουν να φάνε ο καθένας τους από 1 σαλάτα, 1 ζυμαρικό, 1 φιλέτο ψάρι. Όντας καλή σερβιτόρα (θεωρώ) τους εξηγώ ότι είναι παρά πολλά γιατί τα ζυμαρικά δεν είναι ορεκτικό και είναι μεγάλες μερίδες, έτσι ώστε να μην τα πετάξουμε αργότερα και να μην πληρώσουν τα μαλλιοκέφαλά τους για κάτι που δε θα φάνε. Η εν λόγω κυρία έγινε έξαλλη και άρχισε να μου φωνάζει πως είμαι άξεστη, δε θα έπρεπε να δουλεύω ως σερβιτόρα και δε θα της πω εγώ τι θα φάει και τι όχι. Προσπαθούσα να της εξηγήσω ότι έγινε παρεξήγηση και δεν το εννοούσα, επέμενε όμως να φωνάζει και να με μειώνει μπροστά σ’ όλους τους πελάτες. Δε μου ζήτησε ποτέ συγνώμη αλλά τουλάχιστον είχα τη συμπαράσταση των υπολοίπων πελατών μου, που είδαν ότι στεναχωρήθηκα και μου είπαν τα καλύτερα! Καμία συμπαράσταση από το ξενοδοχείο που της κέρασε το dinner για να μείνει ευχαριστημένη, κανένα συγνώμη για την ψυχική οδύνη που 10’ με είχε πάνω από το τραπέζι και μου φώναζε πόσο άχρηστη είμαι! Την ευχαρίστησή μου την πήρα όμως στο τέλος, όταν με την ουρά στα σκέλια με φώναξε για να μου ακυρώσει τα φιλέτα ψαριού γιατί «χόρτασαν».

 

Μας εξομολογείται ο Παναγιώτης Λαμπρίδης (#βίβερε_περικολοζαμέντε)

Σερβιτόρος πρώτη φορά σε μπαρ που γινόταν πάρτι, χαμός μέσα, έχουν παραιτηθεί όλοι, κάνω και λάντζα, ώσπου σε μια φάση που μαζεύω ποτήρια, ένα τυπάκι από το πουθενά μου πιάνει το χέρι και μου φοράει μια χειροπέδα. Γουρλώνω μάτι, αυτός φεύγα, μέχρι που τον μάζεψε η κοπέλα του, έβγαλε ένα κλειδί και με απελευθέρωσε. Και όχι δεν ήταν μασκέ το πάρτι.

Επιμέλεια κειμένου: Ζηνοβία Τσαρτσίδου