Η Ελένη Βαλαβάνη μιλάει για τον εθισμό στον πόνο. Δες όλο το άρθρο εδώ!

yi

«Θα σε θυμάμαι για πάντα» υποσχέθηκε ο πρώτος άνθρωπος που ερωτεύτηκε αλλά έχασε το πρόσωπο αυτό για πάντα, από την ίδια την ζωή, από υπέρμετρο εγωισμό, από συναισθηματική αδυναμία (;), μα ποτέ δεν κατάφερε να λησμονήσει την εικόνα του κι αυτό ήταν που έκανε τη διαφορά. Εικόνα για εκείνον δεν ήταν το πιο όμορφα εκθαμβωτικό πρόσωπο που είχε αντικρίσει αλλά ούτε και το σώμα που έλιωνε με το κοίταγμά του. Ήταν το ηχόχρωμα της φωνής του αγαπημένου, που μετέτρεπε τις φλέβες του σε πεντάγραμμο για να αγγίξει με οποιονδήποτε τρόπο το δέρμα του. Ήταν το βλέμμα, που έσκιζε την ψυχή του σε όλα τα πιθανά σχήματα και αυτός ήταν ο λόγος που τον αγαπούσε ακόμα περισσότερο.

Ήταν ο τρόπος που κινούνταν, σαν να υπήρχε μία έμφυτη αρμονία στο «είναι» του και με έναν παράδοξο τρόπο χαραζόταν πάνω στο κορμί του, ακόμα και (ειδικά) όταν δεν τον άγγιζε. Ήταν ο τρόπος που κοίταζε μακριά κι έκλαιγε, οι στιγμές του εναγκαλισμού και του αποχαιρετισμού, τα δάχτυλα καθώς προσπαθούσαν να κυριεύσουν τον άνεμο, ακόμα κι εάν όλα αυτά δε γίνονταν για εκείνον. Ήταν ο τρόπος που φώναζε και γελούσε, τα χείλη που όσες φορές κι εάν τα είχε παρατηρήσει, έβρισκε κάτι καινούριο πάνω τους, το άρωμα που κυριαρχούσε στην ατμόσφαιρα και η καταλυτική παρουσία· με ένα μόλις βήμα γινόταν απευθείας δικός του- ακόμα κι εάν δε θα το γνώριζε ποτέ. Οπότε ναι, το μόνο που έμεινε στη μνήμη του ερωτευμένου ήταν η εικόνα αυτού του ανθρώπου.

 

 

Ποτέ ξανά δε θα χρειαστεί να ερωτευτεί, ποτέ ξανά δε θα θελήσει κάποιον άλλον, δε θα το επιτρέψει στον εαυτό του να συμβεί κάτι τέτοιο: μία προδοσία στη μνήμη του αγαπημένου του ανθρώπου! Η μνήμη είναι αυτή που κρατά σφιχτά μέσα της όλα εκείνα που θα καταφέρουν να τον βοηθήσουν να αντέξει μια ζωή δίχως εκείνον γιατί εκείνη ενσαρκώνει την πραγματική ζωή. Όποιος έχει τη δύναμη να βρίσκεται στο μυαλό και στην καρδιά καταδικάζεται στην παροδική αιωνιότητα του ανθρώπου. Το πρόσωπο του πόθου του μεταφέρεται στη σφαίρα του «Πάντα» στον νου εκείνου, κανείς δεν μπορεί να τον αποτρέψει από αυτή τη θεοποίηση της ψυχής και της ύπαρξής του. Οτιδήποτε θυμάται ο άνθρωπος σημαίνει πως υπήρξε, πως ήταν αλήθεια, ακόμα κι εάν αυτή ανήκε μόνο σε εκείνον, αυτός θα παραμείνει με τις στιγμές, άθικτες μέσα του.

Όσο ποιητικό ακούγεται, τόσο ανθρώπινο είναι· όπως εκείνη είναι η μούσα όλων των δημιουργών, η πηγή ζωής κι επιβεβαίωση της ύπαρξής τους, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ο έρωτας για τον αγαπημένο του, τον αφήνει να επιβιώνει, να τρέφεται από το παρελθόν και να ζει εξαιτίας του. Όπως οι λέξεις σφραγίζονται με μελάνι ανεξίτηλο στο χαρτί, έτσι και η μνήμη του ατόμου εκείνου κατακλύζει κάθε πτυχή του. Τα πρόσωπα των άλλων του θυμίζουν εκείνον, κάθε παρόμοιο όνομα με το δικό του φαίνεται λιγότερο εντυπωσιακό σε άλλους, ο τρόπος που μιλούν όμορφα, συμπεριφέρονται ορθά, ζουν ευτυχισμένα και χαίρονται μοναδικά είναι καταδικασμένα στην επαναληψιμότητα της μνήμης εκείνου. Στην αρχή υπήρχε ο έρως και για τον άνθρωπο εκείνο υπήρξε ο αγαπημένος του!

Ήταν εκείνος που του άγγιξε ευγενικά το χέρι και του έδειξε τον δρόμο προς κάτι ανώτερο, συναισθήματα που μέχρι τότε διάβαζε στωικά (και κυνικά) στα βιβλία, τον πέταξε σε μία θάλασσα που δεν ήξερε να κολυμπά μα δε φοβήθηκε ούτε στιγμή γιατί -πίστεψε ή έγινε στα αλήθεια πως- βρέθηκε κι εκείνος δίπλα του. Χαμένος λοιπόν μέσα σε άγνωστα νερά, κοιτάζοντας έναν άνθρωπο που φαινόταν σαν επουράνιο μυστήριο αλλά και σαν μία γήινη, αγγελική μορφή, δίχως να αναγνωρίζει ακριβώς τι αισθάνεται, προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσει όλα αυτά που συνέβαιναν, ανακάλυψε το νόημα όλου του κόσμου!

Ποίος θα μπορούσε να είναι όμως ο «κόσμος» αυτού του ανθρώπου, ενός απόλυτα μοναχικού στον έρωτα; Είναι η σκέψη εκείνου του ατόμου, οι αναμνήσεις μίας άλλης εποχής βγαλμένες από ένα μυθιστόρημα που έληξε άδοξα, ένα πρόσωπο παγωμένο στη μνήμη κι όμως τόσο ζωντανό, σαν πίνακας ζωγραφικής που κινείται μόνο για εκείνον. Το βράδυ, όταν όλοι μπορούν να αποσυρθούν στους λογισμούς τους, δίχως να δεχτούν κριτική από κανέναν, εκείνος στέκεται ενώπιον ενός παρελθόντος που δεν τον τρομάζει αλλά αντιθέτως τον προσκαλεί. Μιλά για εκείνον τον έρωτα σαν να μην τελείωσε και να μην άρχισε ποτέ, λες κι ήταν ένα αποκύημα της φαντασίας του αλλά συνάμα αληθινό.

Αποφεύγει να πλάσει τη μνήμη στα μέτρα του, μα κάποιες φορές τον ξεπερνά, συμπεριφέρεται σαν την πρώτη φορά, σαν να προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον κατακτήσει ξανά και ξανά, μα μόνο για να ξαναζήσει όλα όσα πλέον ανήκουν σε ένα χαμένο «τώρα». Αμίλητος σε όλους, κρατώντας το μυστικό φυλαγμένο μέσα του, μήπως και του κλέψει κανείς τη σκέψη του έρωτά του, περιφέρεται στον κόσμο, συνεχίζει να ζει την όποια ζωή του, γελάει με τους φίλους του και συγκινείται με τις μουσικές που τον συναρπάζουν, μετρά αντίστροφα στην αλλαγή του χρόνου και σβήνει το κεράκι των γενεθλίων του.

Πάντα όμως υπάρχει η σκέψη του ατόμου εκείνου που στέκεται σε μια γωνιά κι άλλοτε ζηλεύει, χαίρεται, κλείνει συνωμοτικά το μάτι, τον φιλά ανεπαίσθητα στα χείλη, χάνεται στην αγκαλιά του και τού ψιθυρίζει πως οι έρωτες είναι σαν τις αυτοκρατορίες: μόλις εξαφανιστεί η ιδέα πάνω στην οποία θεμελιώθηκαν, εξαφανίζονται κι αυτές μαζί της (Μ.Κούντερα). Το να ζει λοιπόν, μόνο με τη μνήμη του αγαπημένου του δν φαίνεται τόσο ακατόρθωτο, πια.

Συντάκτης: Ελένη Τσεπελίδη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου