Πόσο (αν)ασφαλής αισθάνεσαι στη σχέση σου; Δοκίμασέ την εδώ απαντώντας σε 100 ερωτήσεις!

%cf%82%ce%b5%cf%81%cf%86

Είτε ο Θεός υπάρχει, είτε δεν υπάρχει, το αποτέλεσμα θα είναι να έχω το μέγιστο κέρδος ή τη μηδαμινή ζημιά.

Αυτό ονομάζεται στοίχημα του Πασκάλ και στο τέλος που εκείνος τοποθέτησε μια τελεία, θα μου επιτρέψετε να την αλλάξω μ’ ένα ερωτηματικό. Είναι -όπως όλα τα στοιχήματα- μια πρόκληση, μια απόλυτη φράση που δεν αφήνει περιθώρια γι’ αμφιβολίες. Αλλά ακριβώς αυτό το σημείο είναι που ξεκινούν οι δεύτερες σκέψεις κα οι προβληματισμοί. Στη θέση του θεού και της όποιας μορφής θεού, θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε κάθε τι που θεωρούμε «πιστεύω» μας, κάθε προκατάληψη, κάθε ιδεολογία, κάθε νοητικό δημιούργημα που μας δίνει ως ανθρώπους. Τα αποτελέσματα, σύμφωνα μ’ εκείνον, είναι δύο: είτε θα δεχτούμε το μεγαλύτερο όφελος, είτε δε θα ζημιωθούμε καθόλου. Ό,τι και εάν πιστεύουμε. Αλλά η ερώτηση που γεννάται σχεδόν αυτόματα, είναι «κατά πόσο ισχύει αυτό».

Εάν συνεχίσουμε με το παράδειγμα με την πίστη στον θεό κάποιος θα υποστήριζε πως στην περίπτωση που πιστεύουμε σ’ εκείνον, εάν προσευχόμαστε ή πηγαίνουμε στην εκκλησία αυτό έχει μόνο θετικά αποτελέσματα και καθόλου αρνητικά. Αλλά και στη συνθήκη όπου δεν πραγματοποιούνται αυτές οι δύο πρακτικές, πάλι βρισκόμαστε στην ίδια θέση. Άρα τελικά να πιστεύει κανείς σε κάτι ή να μην πιστεύει; Ίσως θα ήταν κάπως αδιανόητο ν’ απαντήσουμε όχι. Όλοι πιστεύουμε σε κάτι, έστω και σ’ ένα πράγμα, οπότε μπορούμε ν’ απορρίψουμε την εκδοχή όπου δεν έχουμε καμία σταθερά στη ζωή μας, ακόμα κι όταν η ίδια μας η ζωή δεν είναι σταθερή. Οπότε αυτό που τίθεται ως ερώτημα ουσιαστικά σ’ αυτό το στοίχημα, είναι η επιλογή του σε τι θα πιστέψουμε. Γιατί αυτό που αναδύεται μέσα από την πρωταρχική φράση του Πασκάλ, είναι πως εμείς οι άνθρωποι είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε τι θα πιστέψουμε και πώς θα πράξουμε ανάλογα μ’ αυτό.

Δυστυχώς ή ευτυχώς, ό,τι θεωρούμε εμείς σωστό, ηθικό ή δίκαιο, τείνουμε να το επικοινωνούμε, να το εφαρμόζουμε και να το αναπαράγουμε στην καθημερινότητά μας. Ακόμα κι εάν είμαστε οι καλύτεροι «ηθοποιοί» δεν μπορούμε για πολύ καιρό να κρύψουμε τις πραγματικές μας απόψεις για τη ζωή. Άρα, είμαστε όσα επιλέγουμε να πιστέψουμε. Κατά πόσο όμως κι οι άλλοι μας επιβάλλουν πεποιθήσεις;

Εάν υπάρχει κάτι διάσπαρτο στην κοινωνία, αυτό είναι οι ποικίλες πεποιθήσεις. Μπορούμε να τις βρούμε, να τις ακούσουμε, να συγκρουστούμε μαζί τους, να τις ενστερνιστούμε ή και να τις απορρίψουμε. Το σίγουρο είναι πως κάποια στιγμή θα τις συναντήσουμε και θα μας επηρεάσουν με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο. Στις πεποιθήσεις σπάνια υπάρχει -εάν ποτέ- παρθενογένεση, οπότε τα «πιστεύω» μας κάπου ακουμπούν. Σε τραύματά μας, σε ανάγκες, σ’ επιθυμίες, σε ελλείψεις; Κάτι αγγίζουν για να το επουλώσουν ή για να το προστατέψουν κι εμείς τα βαφτίζουμε πολλές φορές ως «χάρτες» με τους οποίους δομούμε τη ζωή μας για να μην κοιτάξουμε πίσω από όσα έχουν εισχωρήσει μέσα μας.

Το στοίχημα δεν είναι ν’ απαντήσουμε εάν θα πιστεύαμε ή όχι στον φόβο, αφού δε θα υπήρχε κι η πιθανότητα ενός αρνητικού αντίκτυπου σ’ εμάς αλλά στο τι σημαίνει αυτό για εμάς. Εάν απομακρυνθούμε από το παράδειγμά του και τοποθετήσουμε στη θέση του έναν αδιαμφισβήτητα θετικό όρο όπως την αγάπη, θα λέγαμε πως δεν υπάρχει κάποια ζημιά εάν δεν πιστεύεις στην αγάπη ή εάν πιστεύεις λάθος στην αγάπη; Κάποιος θα έλεγε πως δεν υπάρχει λάθος και σωστή αγάπη βέβαια, αλλά θα μπορούσαμε να αντιπαραθέσουμε αυτή τη γνώμη, καθώς υπάρχουν λειτουργικοί και μη τρόποι ν’ αγαπάς. Όπως αντίστοιχα υπάρχουν και για όλες τις καταστάσεις και τα συναισθήματα που ερχόμαστε αντιμέτωποι.

Πάντα θα υπάρχει κάποια ζημιά και πάντα κάποιο όφελος σε ό,τι κι εάν κάνουμε αλλά στο τέλος πρέπει να τα τοποθετούμε πάνω στη ζυγαριά. Εάν κερδίζουμε λιγότερα εξαιτίας όσων πιστεύουμε, τότε πρέπει να σταματήσουμε να τα υποστηρίζουμε; Η μεγαλύτερη πρόκληση που μπορούμε να θέσουμε στον εαυτό μας σχετίζεται με όλα εκείνα που μας καθηλώνουν σε μια κατάσταση ακινησίας και μονιμότητας. Οι πεποιθήσεις είναι ισχυρές και μόνιμες μέσα μας, όπως κι οι λέξεις που χρησιμοποιούμε για να τις εκφράσουμε. Καθορίζουν πόσο έντονα είναι χαραγμένες και πόσο εξαρτώμαστε από αυτές.

Να μη γράφουμε τα πάντα με ανεξίτηλο μελάνι, να μην τα σφραγίζουμε με λουκέτο και να πορευόμαστε μια ζωή με αυτά, ακόμα κι εάν δεν τα πιστεύουμε πλέον. Εξάλλου, «όλη η ηδονή της αγάπης (για τον εαυτό μας και για τους άλλους) είναι στην αλλαγή» (Μολιέρος).

 

Θέλουμε και τη δική σου άποψη!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

 

Συντάκτης: Ελένη Τσεπελίδη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου