Κάθεσαι βουτηγμένος στην ενήλική σου ρουτίνα. Δουλειά, οικογένεια, καθημερινές υποχρεώσεις κι ανάγκες σου ζαλίζουν το κεφάλι. Χαζεύεις το κενό προσπαθώντας να ξεφύγεις για λίγο. Και τότε το βλέπεις. Κάτι σαν μια μαγική πόρτα, όπως αυτή στην ταινία “Narnia”, σε μεταφέρει στο πιο όμορφο παρελθόν, εκείνο των παιδικών σου χρόνων. Είναι αυτά τα ανεξίτηλα σημάδια που πάνω σου που διαιωνίζουν τις παιδικές σου μνήμες, τις κάπως πονεμένες ίσως, ντυμένες με παράπονα και κλάματα, που όμως συνοδεύουν έντονα χαχανητά και πολύ παιχνίδι, γλυκόπικρη η γεύση της νοσταλγίας. Νοσταλγία για αυτές τις εποχές που δεν έσπαγαν τα νεύρα μας αλλά τα παιχνίδια μας και που δε γρατζουνούσαμε καρδιές αλλά τα χέρια και τα πόδια μας.

Έχουμε όλοι τέτοια σημάδια-παράσημα, οι περισσότεροι κάπου στα γόνατα. Καθένα κρύβει πίσω του μία ιστορία. Κι όσα περισσότερα κτυπήματα έχεις, πάει να πει τόσες περιπετειώδεις αναμνήσεις. Το μυαλό ξυπνάει με ένα βλέμμα πάνω σε ‘κείνη τη βαθιά χαρακιά στον μηρό κάποιου τυχαίου παιδιού (ή κάποιου πιτσιρίκου στην ψυχή που εξωτερικά μονάχα μεγάλωσε) κι η φαντασία οργιάζει όσο προσπαθεί να ανακαλύψει πώς απέκτησε ο καθένας αυτό που θα κουβαλά πάντα πάνω του. Από πού να προήλθε άραγε;

Μήπως να ήταν από κάποια απίστευτη πτώση απ’ το ποδήλατο; Σαν ταινία η στιγμή περνάει μπροστά απ’ τα μάτια μας. Κυριακάτικο πρωινό, οι παππούδες κι οι μεγάλοι –γονείς, θείες, θείοι– κάθονται στην αυλή κι η ατμόσφαιρα στη γειτονιά μυρίζει ελληνικό καφέ. Ο φούρνος μοσχοβολά και τα κάρβουνα έτοιμα. Κελαηδήματα και κακαρίσματα μπλέκουν με τις φωνές και τα ουρλιαχτά των παιδιών που κάνουν αγώνες δρόμου με τα ποδήλατά τους. Τα γέλια διαταράζει μία κραυγή και το κλάμα που ακολουθεί μετά από ένα απότομο φρενάρισμα ποδηλάτου. Οι μητέρες πετάγονται απ’ την καρέκλα σαν να κάθονταν σε ελατήρια. Τα μικρά τρέχουν πανικοβλημένα να φωνάξουν κάποιο μεγάλο για βοήθεια αλλά και για να εξηγήσουν το συμβάν, μην τυχόν και βγουν φταίχτες, αφού υποψιασμένοι οι γονείς απ’ τις συνήθεις σκανδαλιές τους πιθανόν να τα κατηγορήσουν για «κακόβουλη πράξη» εκ προ μελέτης. Ποιος να ‘ναι άραγε ο τυχερός που θα κερδίσει το ανεξίτηλο σημάδι, ποιος εγκαινίασε το πρώτο του παράσημο ή πρόσθεσε ακόμα ένα στη συλλογή του;

Ή, μήπως, να ήτανε από τραυματισμό κατά τη διάρκεια κάποιου ποδοσφαιρικού αγώνα; Δε θέλαμε και πολλά για να μπούμε σε αυτή τη διαδικασία. Μια μπάλα κι έναν αγγελιοφόρο. Στην ειδοποίηση πως θα παίζαμε μπάλα ήταν νόμος ότι παρατούσαμε οτιδήποτε κι αν κάναμε και τρέχαμε στο τεχνητό μας γήπεδο. Είτε ήσουνα αγοράκι, με όνειρο να γίνεις ο επόμενος Lionel Messi ή Cristiano Ronaldo, είτε ήσουνα κοριτσάκι με πολύ τσαμπουκά ή απλά αγάπη για το ποδόσφαιρο, έμπαινες στον αγώνα με μόνο ένα στόχο, τη νίκη. Και πάνω στο καπρίτσιο και την αδρεναλίνη προέκυπτε έλλειψη αμυντικών, αφού όλοι είχαν τάσεις επιθετικές. Άλλοι σκόνταφταν στο έδαφος, άλλοι πατούσαν την μπάλα, μερικούς τους κλότσαγαν συμπαίκτες κι αντίπαλοι. Και κάπως έτσι καταλήγαμε να επιστρέφουμε στο σπίτι –αφού η μαμά μας είχε φωνάξει ήδη 2-3 φορές απ’ το παράθυρο– λεκιασμένοι, ιδρωμένοι, με γρατζουνιές στα πόδια, πληγές ή κοστώματα.

Γέλια και χαρές, δάκρυα και καβγάδες, μια μπάλα, η παλιά μας γειτονιά κι οι παιδικοί μας φίλοι. Η μυρωδιά του χώματος, ύστερα του ιωδίου, τσιρότα και γάζες πολλές. Είναι όλα αποτυπωμένα επάνω μας. Τα κουβαλάμε μαζί μας χρόνια τώρα, στο μυαλό, στην καρδιά, και προπάντων στο ίδιο το κορμί μας. Γιατί όταν θα ξεθωριάσει η μνήμη μας ή όταν θα μας έχουν διαφύγει οι λεπτομέρειες, θα βλέπουμε τα σημάδια. Και τα σημάδια θα ‘ναι οι αποδείξεις μιας χαρούμενης κι ανέμελης ζωής. Θα ‘ναι οι αποδείξεις μιας ευτυχισμένης παιδικής ηλικίας.

 

Συντάκτης: Κατερίνα Παλατέ
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη