Τους λείπουν πρωινά ξυπνήματα για δύο από εκείνα που η κουζίνα μυρίζει φρέσκοψημένα κρουασάν και καφέ. Τους λείπουν τα νυχτερινά κουβεντολόγια πάνω σε διπλά κρεβάτια που τελειώνουν με μπερδεμένα χέρια και πόδια. Δεν ξέρουν από αστεία που μοιράζονται κι από βλέμματα που συνωμοτούν άλαλα.

Η ζωή τους ανιαρή ούτε άσπρο ούτε μαύρο. Καλυμμένοι πίσω από ξενύχτια Σαββάτου και ποτά με άτομα αυστηρά του ιδίου φύλου. Οι φίλοι θα τους σχολιάσουν για τις επιλογές τους, οι συγγενείς θα τους πλησιάσουν με παραινέσεις, οι γνωστοί θα επισημάνουν τα λάθη τους στο τέλος όμως θα σταματήσουν να ασχολούνται, από ανία στην αρχή και το πολύ πολύ να βρουν κάποιο κουσούρι να τους κρεμάσουν και θα σταματήσουν.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι αυτοί οι τελευταίοι στην προσπάθειά τους, απλώς να κουτσομπολέψουν, θα πουν χωρίς να το ξέρουν, μια αλήθεια. Αυτοί που μένουν μόνοι για καιρό τριγυρίζονται από ένα κουσούρι. Ένα ελάττωμα που όμως δεν αποτελεί μέρος της προσωπικότητάς, του εαυτού, της ύπαρξής αλλά ούτε το είχαν εκ γενετής. Το κουσούρι αυτό δεν αφορά ακριβώς εκείνους αλλά αποτελεί μέρος του περιγύρου τους. Εκείνου του περίγυρου που άθελά του μπαίνει κρυφά στις επιθυμίες αυτών των ανθρώπων για να τα κάνει μπάχαλο.

Κάποιες φορές είναι το παρελθόν ο πρώτος ένοχος. Εκείνο το παρελθόν που εισβάλει στις σκέψεις τους, τόσο βαθιά που στο τέλος καταφέρνει και γίνεται παρόν και μέλλον. Να μη σου τύχει να μην μπορείς να ξεπεράσεις τους ανθρώπους που πέρασαν και κυρίως έφυγαν από τη ζωή σου αλλά και να μην μπορείς να απεμπλακείς από λάθη του παρελθόντος που μπορεί να μην αφορούν πρόσωπα, αλλά επιλογές.

Άλλες φορές οι άνθρωποι που μένουν μόνοι είναι από καιρό μπλεγμένοι σε αδιέξοδες καταστάσεις. Δεν έχει μεγάλη σημασία το είδος του αδιεξόδου. Μπορεί το έτερον ήμισυ να μοιράζεται κι αλλού ή ακόμα χειρότερα να μη μοιράζεται πουθενά και απλώς να μη γουστάρει, ή πιο συγκεκριμένα να μη γουστάρει περισσότερα από ένα, δύο κρεβάτια το μήνα και μερικά μηνύματα στο κινητό μια στο τόσο. Το «μια στο τόσο» όμως δεν μπορεί να γίνει «πολλές στο τόσο» και μένουν οι άνθρωποι μόνοι σε ένα κόσμο που έχει φτιαχτεί για ζευγάρια ή τουλάχιστον έτσι λένε.

Δεν υπάρχουν άνθρωποι που επιλέγουν να μένουν μόνοι. Δεν υπάρχουν, όσες κοσμοθεωρίες κι αν αναπτύξουν περί των χαρισμάτων της εργένικης ζωής και της εξαιρετικής επιλογής να μην έχουν σύντροφο. Κάπου είναι μπουρδουκλωμένοι, κάποια ζωή είναι η πραγματική τους και κάποια άλλη η επιθυμητή τους. Μεταξύ πραγματικού και επιθυμητού το κενό είναι μέτρα ολόκληρα και όσο κι αν ρίχνει μπετό δεν μπαζώνει. Άρα πώς θα καλύψει μια αδιάφορη σχέση το χάος; Οι ζωές για να αλλάξουν χρειάζονται ανακαίνιση και όχι μερεμετάκια και οι ανακαινίσεις στις μέρες μας είναι δύσκολες, αν δε βάλεις προσωπική εργασία.

Κανείς δεν είναι τόσο τρελός ώστε να επιλέγει να μένει μονάδα. Πάντα κάποιος, κάτι πληρώνει νοίκι στον εγκέφαλο του και δεν τον αφήνει να προχωρήσει. Δεν υπάρχουν μόνοι που κοιμούνται τα βράδια χωρίς να σκεφτούν εκείνη την μπερδεμένη κατάσταση που ευθύνεται για τη ζωή τους. Απλώς χωρίζονται σε αυτούς που το παραδέχονται και σε αυτούς που δεν το παραδέχονται.

Για αυτούς που το έχουν παραδεχτεί είναι πιο εύκολα τα πράγματα. Μερικές παλιές φωτογραφίες σε μαύρη σακούλα και στον κάδο τον απορριμμάτων, κάποιες διαγραφές στις επαφές και στα μηνύματα του κινητού και λίγο διορθωτικό στο μυαλό χρειάζονται μόνο.

Οι υπόλοιποι που δε λένε αλήθεια ούτε στον εαυτό τους, συνεχίζουν ακάθεκτοι να  αναπτύσσουν θεωρίες περί ευτυχίας που περιλαμβάνει έναν.

Από την άλλη όσο μπλεγμένα καλώδια και να είναι η ιστορία τους μικρή σημασία έχει γιατί όταν το ημιτελές χαρίζει ανέλπιστες χαρές ακόμη και να κρατάει λίγο είναι διαφορετικά τα πράγματα. Οι στιγμές επισκιάζουν τις καθημερινότητες και αρκεί. Σε αυτή την περίπτωση ακόμη και αν πρόκειται για αυτοκαταστροφή, κρατάνε οι άνθρωποι στα μπερδεμένα τους και καλά κάνουν.

Όπως και να έχει το θέμα είναι ότι δεν υπάρχει μόνος που να μην είναι μπλεγμένος σε περίεργες καταστάσεις.

Άρα μάλλον δεν υπάρχουν πραγματικοί μόνοι, όλοι έχουμε και κάποιον είτε στο μυαλό, είτε στις στιγμές, είτε δίπλα μας.

 

 

Συντάκτης: Πέννυ Πηττά
Επιμέλεια κειμένου: Κατερίνα Κεχαγιά