Το ξέρει ότι προσπαθεί. Το ξέρει ότι στερείται. Το ξέρει ότι κρατιέται μέσα στο σώμα της, τη στιγμή που θα μπορούσε να εκραγεί.

Το ξέρει ότι κάθε φορά που της τηλεφωνούν γονείς και φίλοι, για να δουν αν τρώει, εκείνη λέει πως τρώει, πως είναι καλά και γελάει. Και τότε νιώθει ένα κύμα ανακούφισης να βγαίνει απ’ την ψυχή τους. Το νιώθει απ’ την αγάπη που ξεχειλίζει από μέσα τους και που μέσα απ’ τη γραμμή του τηλεφώνου τη διαπερνά ολόκληρη. Το ξέρει ότι, όταν κλείνει το τηλέφωνο, πέφτει στο πάτωμα και με μάτια θολά, από δάκρυα κι απογοήτευση, βλέπει τα μήλα στον πάγκο της κουζίνας να την καλούν και να της υπόσχονται χαρούμενες στιγμές σε ρούχα μεγέθους extra small και σε φωτεινά χρώματα που δεν έχουν να φοβηθούν αν θα κρύψουν κάτι που περισσεύει. Γιατί απλά δε θα περισσεύει.

Βγαίνει έξω και πιάνει ανθρώπους να τη σαρώνουν με το βλέμμα τους με περιφρονητικό τρόπο. Το ξέρει ότι είναι στο μυαλό της. Έτσι, δηλαδή, προσπαθούν να την κάνουν να πιστεύει οι φίλοι της. Το ξέρει ότι πολλές φορές αρνείται να βγει, επειδή δεν μπορεί να χωρέσει στα ρούχα που φορούσε πριν από πέντε χρόνια, επειδή ο καθρέφτης συνεχίζει να εκτελεί τα χρέη του αιώνιου εχθρού της. Πολλές φορές έχει προσπαθήσει να τον γυρίσει απ’ την άλλη, αλλά σηκώνεται στην καρδιά της νύχτας μετά από εκκωφαντικά όνειρα και, χωρίς να βλέπει πού πατάει, τον γυρίζει πάλι, γιατί ξέρει ότι είναι η μόνη της αλήθεια μέσα σε όλα αυτά που το μυαλό της νομίζει για ψέματα: Ότι είναι μια χαρά, ότι οι καμπύλες είναι προσόν κι ότι άλλες θα έδιναν τα πάντα για να τις έχουν.

Το ξέρει ότι πολλές φορές αρνείται να βγει, επειδή θέλει να αποφύγει οποιοδήποτε πειρασμό, να φάει κάτι που οι άλλοι θα απολαύσουν κι αυτό θα φαίνεται στα μάτια τους, στα λόγια τους, στο «τέλειο» σώμα τους. Το ξέρει ότι πολλές φορές αρνείται να βγει και προτιμά να μείνει χωμένη κάτω απ’ τα σκεπάσματα, με την ελπίδα να κοιμηθεί και να ξυπνήσει χαμογελαστή και με κόκαλα μετρήσιμα. Για καιρό αναρωτιέται πώς καταφέρνει αυτή η ελπίδα κι αναπνέει ακόμα, μετά απ’ τις τόσες φορές που έχει γκρεμοτσακιστεί, τρέχοντας στην προσπάθειά της να φτάσει ένα της όνειρο και να το κάνει πραγματικότητα.

Το ξέρει ότι προσπαθεί. Το ξέρει ότι έχει αναστρέψει όλα της τα δεδομένα, ότι έχει αλλάξει ολόκληρο τον τρόπο με τον οποίον τρέφεται, με την πρόφαση ότι θέλει να ‘ναι υγιής, κι ας μην είναι αυτός ο πραγματικός στόχος. Το ξέρει ότι ξοδεύει ατελείωτες ώρες με το να σκέφτεται πως αν υποδιπλασιαστεί σε μέγεθος, τότε θα μπορέσει να χωρέσει ακόμα ένας άνθρωπος στο διπλό της κρεβάτι, να μοιράζεται μαζί του αυτήν την ιστορία που θα ‘χει περάσει και να σφύζει από ικανοποίηση, από χαρά, από περηφάνια. Κι έπειτα να κοιμούνται, τα εκκωφαντικά της όνειρα να δώσουν τη θέση τους σε ψιθυρίσματα μέσα στη νύχτα πως την αγαπάει, να ξυπνάει και να μην ψάχνει τη ζυγαριά μέσα στο σπίτι, μέσα στο σώμα της, μέσα στο κεφάλι της. Να ‘ναι ελεύθερη.

Το ξέρει ότι περνάει ώρες στο γυμναστήριο εξαντλώντας όλες της τις δυνάμεις σε άψυχα μηχανήματα, με την ελπίδα ότι ο ιδρώτας που τη λούζει θα αντικαταστήσει όλα τα δάκρυα που την έχουν οδηγήσει εκεί. Το ξέρει ότι δεν μπορεί να κοιτάξει κανέναν στα μάτια εκεί, ότι χάνεται σε ιδεατές σκέψεις για να γίνεται κάπως υποφερτή η ατμόσφαιρα με ‘κείνη τη δήθεν ενθαρρυντική μουσική στα ηχεία, με τους ανθρώπους που αποχωρούν ανανεωμένοι και γεμάτοι αυτοπεποίθηση. Το ξέρει ότι δεν την ωφελεί σε τίποτα όλο αυτό, παρά μόνο τη φθείρει.

Χρειάζεται κάθε μέρα να απολογείται στον εαυτό της για όλα εκείνα που της υπαγορεύει το μυαλό της και που γράφουν με μεγάλα γράμματα στο κεφάλι της τη λέξη «ανεπάρκεια». Ανεπάρκεια επειδή έχει τη δύναμη να πατάει στα πόδια της; Να προχωρά και χάρη σε αυτά να μπορεί να εκπληρώνει τα ταξίδια του νου; Να πηγαίνει σε μέρη και να τα φωτογραφίζει, όπως πάντα της άρεσε να κάνει; Επειδή έχει δυνατά χέρια που της προσφέρουν τη δυνατότητα να κάνει όσα κι ένας άντρας, κι ως εκ τούτου να μπορεί να ‘ναι ανεξάρτητη, να μην έχει ανάγκη από κανέναν να της σηκώσει κάποιο βαρύ αντικείμενο και να της ανοίξει κάποιο βάζο;

Είναι εξαρτημένη από αριθμούς και καθρέφτες που της στερούν τη δυνατότητα να δει την ομορφιά μέσα της, την ομορφιά που αναβλύζει από μέσα της, όταν χαμογελά. Όλα αυτά που ζητά δε θα της εξασφαλίσουν την ευτυχία που τόσο πολύ επιθυμεί, μα περισσότερο της την κλέβουν. Χρειάζεται ανθρώπους να της δείχνουν την αγάπη τους έμπρακτα μέσα στα μάτια, κι όχι μόνο μέσω τηλεφωνικών γραμμών, ανθρώπους που θα της κρατήσουν το χέρι, που θα πορευτούν μαζί της. Όχι γιατί δεν μπορεί μόνη της, αλλά γιατί είναι μεγαλύτερη χαρά να ανακαλύπτεις την πραγματική ευτυχία με δυο-τρία ζευγάρια αληθινά μάτια γύρω σου.

Η πραγματική ευτυχία κρύβεται σε τυχαία αγγίγματα, στα αστεία που γελάς με την ψυχή σου χωρίς να ‘χουν κάποιο ουσιαστικό νόημα, στην υγεία που αναδύεται από μέσα σου, όταν δίνεις στον εαυτό σου όλα τα απαραίτητα εφόδια για να μπορεί να επιβιώσει, να τρέξει, να φωνάξει, να γελάσει. Να κάνει όλα αυτά που ποτέ δε φανταζόταν.

Τα ξέρει όλα αυτά. Κι ας εύχεται να μην ήξερε τίποτα.

 

Συντάκτης: Φένια Βουδαντά
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη