Αν όχι σε καθημερινή βάση, έστω τις περισσότερε μέρες της εβδομάδας παίρνουμε τους δρόμους, κυκλοφορούμε έξω είτε για να πάμε στη δουλειά μας, στο σουπερμάρκετ, μια βόλτα για καφέ, είτε για να τακτοποιήσουμε οποιαδήποτε υποχρέωσή μας. Ο καθένας για διαφορετικούς λόγους –μα συχνά και για ακριβώς τους ίδιους– περνάει ώρες στους πεζόδρομους, στα ΜΜΜ, σε δημόσιες υπηρεσίες κι άλλα πολυσύχναστα μέρη.

Ο καθένας παλεύει με τις σκέψεις του κι έτσι οι περισσότεροι κυκλοφορούν, σχετικά, κακόκεφοι και κάπως προβληματισμένοι. Πορεύονται με βήμα γοργό, αφού βιάζονται να φτάσουν στην ώρα τους στο ραντεβού τους και να ξεμπερδέψουν όσο πιο γρήγορα γίνεται απ’ τις αγγαρείες τις καθημερινότητας. Μερικοί, όμως, εμφανώς λιγότεροι, χαλαρώνουν τους ρυθμούς, αφήνουν στην άκρη τα βάσανα του νου τους και προτιμούν να απολαύσουν την ημέρα τους και τη διαδρομή τους.

Αυτά είναι και τα άτομα είναι που μας τραβούν την προσοχή. Το πάγωμα σε μία εικόνα που διαρκώς αλλάζει. Γίνονται άμεσα αντιληπτοί και το βλέμμα μας δεν έχει άλλη επιλογή απ’ το να καρφωθεί πάνω τους. Τα μάτια τους έχουν μια μαγική σπιρτάδα. Ο τρόπος που κινούνται και στέκονται στο χώρο τους κάνει να ξεχωρίζουν μες στην απλότητά τους.

Ανάμεσα σε δεκάδες ανθρώπους που βρίσκονται εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, στο συγκεκριμένο μέρος, μόνο ένας κατάφερε να ξεχωρίσει -κι αυτός ο ένας δεν είναι ο ίδιος για όλους μας. Λίγα μόνο δευτερόλεπτα αρκούν για να σε καθηλώσουν στην παρουσία του, να σε κάνουν να μην μπορείς να στρέψεις τη ματιά σου πουθενά αλλού. Όσο βρίσκεται αυτό το χαμόγελο στο οπτικό σου πεδίο το ακολουθείς με το βλέμμα σου. Όσο σου δίνεται η δυνατότητα, το ακολουθείς και με το σώμα. Πηγαίνεις προς την κατεύθυνση που πηγαίνει, χάνεις για λίγο διαδρομή και προορισμό, αρκεί να κερδίσεις λίγα παραπάνω δευτερόλεπτα αυτής της –έστω μόνο οπτικής– επαφής.

Παράλληλα, οι σκέψεις κάνουν πάρτι στο μυαλό σου. Σκέφτεσαι πώς θα μπορούσες να τραβήξεις κι εσύ την προσοχή απ’ αυτό το πλάσμα που σ’ αναστάτωσε χωρίς καν να το προσπαθήσει, χωρίς καν να το ξέρει. Ψάχνεις να βρεις έναν τρόπο να βρεθείς μπροστά σ’ αυτόν τον άνθρωπο, μια ευκαιρία για να του μιλήσεις. Τι να πεις; Ας είναι απλά για να εκφράσεις πως σου έφτιαξε την ημέρα, να τον ευχαριστήσεις γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο.

Και μέχρι να συντονίσεις τη σκέψη σου, μέχρι να νικήσεις τη δειλία σου, τον χάνεις. Έτσι ξαφνικά όπως εμφανίστηκε, εξαφανίστηκε από μπροστά σου. Και τώρα; Τώρα τίποτα. Γυρνάς το κεφάλι σου δεξιά κι αριστερά ελπίζοντας να ξετρυπώσει πάλι μέσα απ’ το πλήθος. Ελπίζεις σε εκείνο το βλέμμα. Και καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας δεν μπορείς να το βγάλεις απ’ το μυαλό σου.

Σκέφτεσαι για ώρες εκείνη τη φιγούρα, την κίνηση, το πρόσωπο και το χαμόγελο που σ’ έκανε να ξεχάσεις μέχρι και το όνομά σου. Συναντάς φίλους και τους λες μία μόνο φράση: «Νομίζω πως ερωτεύτηκα!». Κι όσο διηγείσαι την περίεργη συνάντηση που είχες, τόσο συνειδητοποιείς πόσο σε έχει επηρεάσει, πόση δύναμη μπορεί να ασκεί στο μυαλό και τα συναισθήματά σου κάποιος παντελώς άγνωστος, που θα ‘θελες, όμως, πολύ να γίνει πολύ γνωστός.

Κάνεις διάφορα (τα περισσότερα αλλόκοτα) σενάρια στο μυαλό σου. Φτιάχνεις εκδοχές γι’ αυτό το «αν». Αν είχες πλησιάσει, αν είχες ρωτήσει έστω το όνομα. Θα ήξερες, τουλάχιστον, για ποιον τρελαίνεσαι τόσες ώρες. Ποιος σου άλλαξε αυτή τη βαρετή μέρα.

Περνάς πια συχνά από αυτό το μέρος που πρωτοσυνάντησες εκείνο το πρόσωπο. Ελπίζεις σε μια ακόμα «τυχαία» συνάντηση. Έχεις χτίσει ολόκληρο διάλογο στο πίσω μέρος του μυαλού σου, για τη στιγμή εκείνη που θα περάσει ξανά από μπροστά σου. Αλλά τίποτα. Καμία ακτινοβολία τριγύρω, όλα γκρίζα, ρηχά κι αδιάφορα, όπως κάθε δρόμος που περπατάς. Σου λείπει εκείνο το βλέμμα, εκείνο το μοναδικό περπάτημα, εκείνο το αυθόρμητο δάγκωμα των χειλιών.

Κι όσο οι μέρες περνούν, η ανάμνηση δε θαμπώνει. Αντιθέτως, η εικόνα αποτυπώνεται ακόμα πιο έντονα στο μυαλό σου. Δεν ξεθωριάζει ούτε λεπτό. Θυμώνεις με τον εαυτό σου που δεν πλησίασες λίγο παραπάνω, που δε δημιούργησες μια ευκαιρία να γνωρίσεις αυτόν τον άνθρωπο, που δε βρήκες την τόλμη να πεις μία λέξη. Όλα τώρα θα ήταν διαφορετικά. Ίσως αυτή τη στιγμή να την περνούσατε οι δυο σας σε μια καφετέρια, να πίνατε ζεστό καπουτσίνο και να ανακαλύπτατε ο ένας τον άλλον.

Αυτές οι τυχαίες συναντήσεις είναι που σε κάνουν να πιστεύεις πως μ’ ένα μόνο βλέμμα ένας άνθρωπος μπορεί να σε καθηλώσει. Χωρίς να ξέρεις ούτε το όνομά του έχεις φανταστεί πολλά για εσένα και για εκείνον. Και τελικά κάθεσαι και σκέφτεσαι με τις ώρες: «Τι θα γινόταν αν είχα το θάρρος και μιλούσα;».

Κάτι τέτοιες στιγμές είναι, βέβαια, που ευγνωμονείς την τεχνολογία και τα social media. Μπορείς να αναζητήσεις το άτομο αυτό με όσα στοιχεία διαθέτεις. Αν η συνάντηση αυτή έγινε σε κάποιο μαγαζί, θα ξεψαχνίσεις στόρι και τσεκ ιν από ‘κείνη τη μέρα, αν πάλι αυτό δεν αρκεί για να βοηθήσει, θα απευθύνεις σε διάφορα έντυπα για αγγελίες –ή είδηση έστω και της υποψίας ενός έρωτα είναι πιο σημαντική από κάθε «ενοικιάζεται» αλλά και σε site. Θα στείλεις πληροφορίες για ‘κείνο το πρόσωπο στο δικό μας «Σε ψάχνω», αναζητώντας εκείνο το χαμόγελο που σφηνώθηκε στο κεφάλι σου και δε λέει να ξεκολλήσει.

Με την ελπίδα αν όχι ο άμεσα ενδιαφερόμενος, έστω κάποιος που τον γνωρίζει, να σε φέρει ένα βήμα πιο κοντά του, με την ελπίδα πως η ζωή θα μας δώσει άλλη μία ευκαιρία να διεκδικήσουμε τον έρωτα!

 

Συντάκτης: Χρύσα Κωστοπούλου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη