«Τι θα φοράς συνεννόηση να σε γνωρίσω ώστε να μη χαθούμε πάλι μες στους πολυπληθείς σωσίες σου» Κ. Δημουλά.

Άγνωστοι. Άνθρωποι που σε προσπερνούν, που δεν τολμούν να αποθέσουν πάνω σου το βλέμμα τους περισσότερο από δυο βαριεστημένα δευτερόλεπτα και χάνονται για πάντα στη λήθη του χωροχρόνου σου. Βήματα περαστικών αβέβαια, βιαστικά κι αδιάφορα. Βήματα αγνώστων, που ίσως να ήθελαν να κοντοσταθούν, να επαναστατήσουν απέναντι στα «δεν πρέπει» του μυαλού τους καθώς και στα κοινωνικά στερεότυπα που τους επιβάλλουν να πράξουν το αντίθετο. Για ν’ αποπειραθούν με τόλμη περισσή, να σου μιλήσουν σε μια απεγνωσμένη κι ύστατη προσπάθεια να θέσουν τη ζωή τους σε κατάσταση αιφνίδιας, αργής κίνησης.

Μα κι εκείνοι δειλιάζουν, λιποψυχούν και δεν το κάνουν. Γιατί στριμώχνουν τις σκέψεις τους κάτω από την πίεση των κοινωνικών συνθηκών που τους επιβάλλονται, ορίζοντάς τους αποξενωτικές, μοναχικές διαδρομές στα σοκάκια της απρόσωπης, γκρίζας και μοναχικής πόλης. Και απλά, σε προσπερνούν.

Μέχρι τη στιγμή εκείνη που θα αποφασίσουμε να δώσουμε μια διαφορετική ευκαιρία στη δύναμη της επικοινωνίας. Προκειμένου να δραπετεύσουμε από τα σιδερόφραχτα πλέγματα της νοητικής μας οριοθέτησης. Αφήνοντας τη βούλησή μας να πετάξει ελεύθερη, μακριά από το κλουβί των δισταγμών μας. Να ξεφύγουν σαν άτακτοι λιποτάκτες οι ενδοιασμοί, να παραδοθούμε στην απίστευτη μαγεία της συγχρονικότητας και να τολμήσουμε την επικοινωνία με ανθρώπους, άγνωστους. Ανθρώπους για τους οποίους δε γνωρίζουμε απολύτως τίποτα. Κι αυτό είναι το πιο δελεαστικό. Γιατί δε θα φοβηθούμε να εκτεθούμε στα μάτια κάποιου που δε μας γνωρίζει. Που γνωρίζουμε ότι θα νιώσουμε απόλυτα ασφαλείς, δείχνοντάς του πτυχές του εαυτού μας, που φροντίζουμε να τις κρατάμε καλά φυλαγμένες. Καμιά φορά κι απ’ τους ίδιους μας τους εαυτούς.

Τι είναι εκείνο λοιπόν που μας δημιουργεί αυτή την ανάγκη για μια τέτοιου είδους επικοινωνία; Η έλλειψη εκφραστικότητας μέσα στις σχέσεις μας, ο φόβος ν΄ ανοιχτούμε στους άλλους μήπως και φανούμε απίστευτα τρωτοί κι ευάλωτοι, ή η αίσθηση ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι γύρω μας, που θα μας κατανοήσουν κι αληθινά θα μας ακούσουν; Ίσως το γεγονός ότι αυτούς τους ανθρώπους μπορεί και να μην τους δούμε και ποτέ, οπότε δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε πάρα μόνο να κερδίσουμε από αυτή τη συνδιαλλαγή μαζί τους. Γιατί θα μοιραστούμε το χρόνο μας, θ΄ αφήσουμε τον εαυτό μας ελεύθερο από δεσμεύσεις και όρια, θα ωθήσουμε τη μαγεία της επικοινωνίας στα άκρα.

Σαφώς είναι και η αμεσότητα του τρόπου της επικοινωνίας που μας διευκολύνει πλέον στην εποχή μας. Όταν θα στείλεις έστω κι ένα ανορθόγραφο βιαστικό μήνυμα, όταν θα νιώσεις ότι εκεί κάτω από τη στυγνή καθημερινότητα  που σε απομυζά, συνάπτεις νοητικές συνδέσεις που σε φέρνουν κοντά σ΄ έναν άλλον άνθρωπο. Άγνωστο σε σένα, αλλά αυτό είναι τελικά που ξεδιπλώνεται μπροστά σου ως η απόλυτη πρόκληση. Γιατί μέσα στους ισοπεδωτικούς ρυθμούς που στροβιλιζόμαστε αδιάλειπτα, νιώθεις ότι εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που ονειρεύονται. Όπως κι εσύ. Που τολμούν να σε προσεγγίσουν άφοβα, που ανοίγονται αργά μα σταθερά, που διακινδυνεύουν την ίδια την εμπιστοσύνη τους μαζί σου. Που φλέγονται από την ανάγκη να μιλήσουν, από τη θέλησή τους να τραβήξουν με δύναμη το φίμωτρο από τα χείλη τους και ν΄ αναπνεύσουν από το δικό σου οξυγόνο. Μαζί σου.

Γιατί και σ’ εκείνους αυτό λείπει τελικά. Η ειλικρινής αποδοχή χωρίς στεγνή κριτική, η εξόρυξη των πιο βαθιά κρυμμένων τους συναισθημάτων, η κατάδυσή τους μαζί σου, στα πιο εσωτερικά βαθιά γαλάζια της δυνητικής απόλυτης ταύτισής σας. Το να νιώσουν τη σιγουριά ότι αγκυροβολούν δίπλα σου, όταν οι δυσκολίες και τα προβλήματα τούς καταβάλλουν. Το να μοιραστούν όλες εκείνες τις σκέψεις τους, που ταλανίζουν το κατάκοπο μυαλό τους και που δεν τολμούν να τις εκφράσουν σε κανέναν. Φοβούμενοι τα επικριτικά βλέμματα των άλλων, την απόρριψη και το χλευασμό τους. Ό, τι φοβάσαι κι εσύ δηλαδή.

Κι αν όντως της δώσεις μια ευκαιρία και την τολμήσεις αυτή την επικοινωνία, θα την πας ένα βήμα παραπέρα; Θα επιτρέψεις στον άγνωστο να μεταμορφωθεί σε κάτι οικείο; Τολμώντας να χάσεις όλη εκείνη τη μαγεία που η απόσταση και το ανέγνωρο σου χαρίζει; Θα τολμήσεις ν΄ αποκαλυφθείς, αφήνοντας να κυλήσουν στο χώμα οι αντιστάσεις και οι δισταγμοί σου;  Θ’ αφεθείς χωρίς άμυνες, σ’ εκείνους τους πολλούς, που καθημερινά τους συναντάς στους δρόμους σου κι είναι πρόθυμοι να σταματήσουν το βλέμμα τους πάνω σου, για πάνω από δυο ακούραστα δευτερόλεπτα; Που επιθυμούν να εναποθέσουν πάνω σου τη βαριά τους ανάσα, αφήνοντάς την να ξεκουραστεί από τους φρενήρεις ρυθμούς της ζωής τους.

Είσαι έτοιμος να τους δεχτείς στη ζωή σου με μια ανοιχτή αγκαλιά και ένα πλατύ χαμόγελο;

 

Συντάκτης: Όλγα Αρβανιτά
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου