Η Ελένη Βαλαβάνη μιλάει για τον εθισμό στον πόνο. Δες όλο το άρθρο εδώ!

dgnhm

Τόλμη και διεκδίκηση. Χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Μαθαίνεις απλά να λες αυτό που νιώθεις, χωρίς να φοβάσαι τη σαρωτική δύναμη των συνεπειών της έκφρασης των συναισθημάτων σου. Απροκάλυπτα ωμά, με απίστευτη σαφήνεια, χωρίς αναίτιους δισταγμούς. Γιατί γνωρίζεις τη δύναμη που κρύβουν μέσα τους, τα συναισθήματα όταν αυτά, άφοβα αποκαλύπτονται.

Τα ανασύρεις από τα ενδότερά σου, τα τραβάς χωρίς ουσιαστικές αντιστάσεις, τα φέρνεις στην επιφάνεια, εκθέτοντάς τα, άλλοτε στα απαλά γεμάτα κατανόηση κι άλλοτε στα επικριτικά μάτια, των ανθρώπων δίπλα σου. Χωρίς να φοβάσαι αν θα σε δικάσουν, αν θα σε κρίνουν, αν θα σε κάνουν να νιώσεις την απόρριψή τους. Γιατί έμαθες στις διαδρομές σου, να τα κουβαλάς όλα, μα κυρίως, ν΄αντέχεις το φορτίο τους. Κι αποδείχθηκε, ότι αυτές σου οι προσωπικές διαδρομές μαζί με τις ήττες σου, υπήρξαν οι σοφότεροι δάσκαλοί σου.

Γιατί αυτό που ξέρεις καλά πλέον, είναι ότι όλα τα καλά κρυμμένα μέσα μας, πρέπει να βρίσκουν τον ουσιαστικό παραλήπτη τους. Να τολμάς να στείλεις εκείνα τα φθαρμένα, κιτρινισμένα γράμματα σε όσους αγαπάς. Εκείνα που παραμένουν κλειδωμένα στα σκεβρωμένα συρτάρια, όλων όσων θέλεις να αποφύγεις. Όπως ξέρεις επίσης, ότι όταν δεν τόλμαγες να μιλήσεις για όλα εκείνα που σάλευαν παράφορα μέσα σου, έμενες να βιώνεις ατέρμονα το ανολοκλήρωτο. Και συνάμα ένιωθες πιο ευτελής και δειλός από ποτέ. Μ’ εκείνα τα σφραγισμένα χείλη, να αιμορραγούν από τις κόκκινες κλωστές της σιωπής και μια καρδιά γεμάτη με στοιβαγμένα συναισθήματα, που δεν έβρισκαν τρόπο για να γείρουν και να ξαποστάσουν σε πρόθυμα, ευαίσθητα αφτιά.

Κι αποφάσισες πλέον, να κόβεις επιδέξια τις ραμμένες σιωπές των χειλιών σου. Να τις ξηλώνεις με τέχνη, σιγά σιγά, ώστε οι λέξεις σου ν΄ ακούγονται έστω κι αμυδρά στους άλλους. Σαν ψίθυροι μυστικοί, που σκοπό τους έχουν να σε βυθίσουν στη μέθεξη της αληθινής επικοινωνίας, να σε μυήσουν στην ιεροτελεστία της έκθεσης όλου εκείνου, που πυρακτωμένο φλέγεται μέσα σου. Γνωρίζεις βέβαια, ότι δεν υπήρξε καθόλου ανώδυνο όλο αυτό για σένα. Ήταν επειδή πίστευες, ότι δε γίνονταν καμία προσπάθεια από όλους τους άλλους να σε κατανοήσουν βαθιά. Προφανώς γιατί τελικά, κανέναν δεν ένοιαξε πραγματικά.

Ήταν όμως κι εκείνη η έκδηλη καχυποψία των άλλων, μήπως ήσουν κι εσύ, ένας ακόμα παραχαράκτης της αλήθειας, ένας μεταπράτης κίβδηλων, δοσοληπτικών συναισθημάτων. Από εκείνα τα ημιπολύτιμα, που πίστευαν ότι κατά καιρούς διακινούνταν σε τιμή ευκαιρίας, στους πάγκους των «θα σ΄αγαπώ για πάντα» και απλά προορίστηκαν να παραμείνουν, υποτιμημένα και στοκαρισμένα.

Μα εσύ ένιωθες διαφορετικός. Κι ήξερες, ότι σ’ ένα κόσμο που κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν, έπρεπε να προκαλέσεις την ανατροπή. Να γίνεις εκείνος, που με υπόβαθρο τη στυγνή ειλικρίνεια, θα έχτιζε ανεκτίμητες σχέσεις αξιοπιστίας, που θα διαρκούσαν μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Κρατώντας από όλα εκείνα τα ειπωμένα, μόνο την άτεγκτη και πολλές φορές ανεπιθύμητη ειλικρίνεια. Την ειλικρίνεια, που η γεύση της αποδεικνύεται για τους περισσότερους, στυφή στο στόμα. Σαν την οδυνηρή, μα αναλλοίωτη αλήθεια. Αιχμηρή, ατσάλινη, χωρίς προσωπείο. Ανυπόκριτη, μη προσποιητή. Χειμαρρώδης και πολυκύμαντη, έτοιμη να παρασύρει στο πέρασμα της, οτιδήποτε επίπλαστο και υποκριτικό. Κι εσύ την αποζητάς αδιάλειπτα, μα κυρίως, την αντέχεις!

Τολμάς. Δε δειλιάζεις πλέον. Και δε φοβάσαι να ψελλίσεις αργά και σταθερά, ότι τον αγαπάς αυτόν τον άνθρωπο δίπλα σου. Γιατί αυτή σου η τόλμη, σε φέρνει πιο κοντά σ΄ όποιον αγαπάς. Ανοίγεσαι, αφήνεσαι, παραδίδεσαι άνευ όρων στις προθέσεις του άλλου. Δεν περιμένεις να καταλάβεις τι νιώθει εκείνος, μόνο από τα βλέμματα που ανταλλάσσεις μαζί του, ή μόνο από την έκδηλη, προφανή γλώσσα του σώματος. Εκτίθεσαι, χωρίς να νιώθεις τρωτός. Αποκαλύπτεσαι, χωρίς να νιώθεις ευάλωτος.

Γιατί η αλήθεια σου, είναι πάντα πιο σημαντική. Και την εκθέτεις από την αρχή, με σαφήνεια κι ενάργεια. Με το να λες ό,τι ταλανίζει το μυαλό σου, με το ν’ ακουμπάς αδείλιαστα στο τραπέζι της αποκάλυψης, τα συναισθήματα που αισθάνεσαι να γεννιούνται μέσα σου. Και για άλλη μια φορά, νιώθεις τα πάντα να φωτίζονται. Μα πάνω απ΄ όλα, να μεταμορφώνεσαι σ΄ εκείνον τον άνθρωπο που σαλπάροντας από το απόλυτο τίποτα, με βάρκα το μηδέν, τολμά να διεκδικήσει το άπειρο.

Συντάκτης: Όλγα Αρβανιτά
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου