Αν υπήρχε διαγωνισμός για το μεγαλύτερο ψέμα που λέμε καθημερινά, το «είμαι καλά» θα είχε κερδίσει το πρώτο βραβείο χωρίς καν να χρειαστεί να εμφανιστεί στον τελικό. Το ξεστομίζουμε με τέτοια φυσικότητα, που καμιά φορά ούτε εμείς οι ίδιοι δεν προλαβαίνουμε να αναρωτηθούμε αν το εννοούμε. Ένα «τι κάνεις;», ένα «καλά, εσύ;», ένα χαμόγελο και η κοινωνική μας υποχρέωση ολοκληρώθηκε επιτυχώς. Κανείς δε χρειάστηκε να ανησυχήσει, κανείς δε βρέθηκε σε δύσκολη θέση και μπορούμε όλοι να συνεχίσουμε τη μέρα μας σαν πολιτισμένοι άνθρωποι.
Μόνο που μερικές φορές αυτό το «καλά» δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Μπορεί να έχει προηγηθεί μια νύχτα χωρίς ύπνο. Μια απώλεια που εξακολουθεί να πονάει. Ένας χωρισμός που δεν έχουμε ακόμη καταλάβει πώς να διαχειριστούμε.
Μια απογοήτευση, ένας φόβος ή απλώς εκείνη η ανεξήγητη κούραση που δε φεύγει ούτε μετά από δέκα ώρες ύπνου. Κι όμως, όταν κάποιος μας ρωτάει, απαντάμε «καλά». Όχι απαραίτητα επειδή θέλουμε να πούμε ψέματα. Αλλά επειδή η αλήθεια, κάποιες μέρες, είναι πολύ μεγάλη για να χωρέσει σε μια τόσο μικρή ερώτηση.
Για να τελειώνουμε
Ας είμαστε ειλικρινείς. Δεν είναι κάθε «τι κάνεις;» πρόσκληση για μια βαθιά εξομολόγηση. Κάποιες φορές είναι απλώς ένας χαιρετισμός. Δεν μπορούμε να σταματάμε τον υπάλληλο του φούρνου για να του αναλύσουμε τις υπαρξιακές μας ανησυχίες, όσο κι αν εκείνος δείχνει συμπαθέστατος. Υπάρχουν όμως και οι άλλες περιπτώσεις. Εκείνες που μας ρωτούν άνθρωποι δικοί μας. Άνθρωποι που πραγματικά ενδιαφέρονται. Και πάλι απαντάμε «καλά». Γιατί δεν ξέρουμε από πού να ξεκινήσουμε. Γιατί έχουμε ήδη μιλήσει αρκετές φορές για όσα μας απασχολούν και φοβόμαστε ότι θα κουράσουμε. Γιατί δε θέλουμε να δούμε εκείνο το βλέμμα λύπησης. Ή γιατί, πολύ απλά, δεν έχουμε τη δύναμη να ανοίξουμε μια πόρτα που με τόσο κόπο κρατάμε κλειστή. Υπάρχουν συναισθήματα που, μόλις τα βάλεις σε λέξεις, γίνονται ξαφνικά πιο δύσκολα να τα συγκρατήσεις.
Η παράξενη υποχρέωση να πηγαίνουμε καλύτερα
Έχει ενδιαφέρον το πόσο εύκολα η κοινωνία μάς συγχαίρει όταν δείχνουμε καλά. «Μπράβο, σε βλέπω καλύτερα!» «Έτσι να συνεχίσεις!» «Χαίρομαι που το ξεπέρασες!» Και φυσικά, τις περισσότερες φορές, όλα αυτά λέγονται με αγάπη.
Αλλά ποιος αποφάσισε ότι η πρόοδος φαίνεται πάντα στο πρόσωπό μας; Ότι επειδή γελάσαμε σήμερα, δεν θα κλάψουμε το βράδυ; Ότι επειδή επιστρέψαμε στη δουλειά, βγήκαμε με φίλους ή αρχίσαμε να κάνουμε σχέδια, όσα μας πλήγωσαν ανήκουν πλέον στο παρελθόν; Η ζωή δεν λειτουργεί με τόσο τακτοποιημένο τρόπο.
Μπορεί να έχουμε μια υπέροχη μέρα και να μας λείπει αφόρητα ένας άνθρωπος. Να είμαστε ερωτευμένοι και ταυτόχρονα φοβισμένοι. Να έχουμε καταφέρει να σταθούμε ξανά στα πόδια μας και παρ’ όλα αυτά να υπάρχουν στιγμές που νιώθουμε ότι δεν αντέχουμε άλλο. Δεν είναι πισωγύρισμα. Είναι η πραγματικότητα του να είσαι άνθρωπος.
Όταν κλείνει η πόρτα
Υπάρχει μια ιδιαίτερη στιγμή μέσα στη μέρα. Εκείνη που επιστρέφουμε σπίτι, κλείνουμε την πόρτα και δε χρειάζεται πια να υποδυθούμε τίποτα. Δε χρειάζεται να είμαστε ευχάριστοι, παραγωγικοί, ψύχραιμοι ή διαθέσιμοι. Δε χρειάζεται να καθησυχάσουμε κανέναν ότι όλα πηγαίνουν καλά. Και τότε, καμιά φορά, έρχεται το κλάμα. Όχι απαραίτητα για κάτι που συνέβη εκείνη τη στιγμή. Αλλά για όλα όσα μαζεύτηκαν αθόρυβα μέσα μας. Για εκείνες τις μικρές στενοχώριες που προσπεράσαμε. Για όσα δεν είπαμε επειδή δεν ήταν η κατάλληλη ώρα.
Για τις απουσίες που μάθαμε να κουβαλάμε, χωρίς ποτέ να πάψουν να μας βαραίνουν. Και το πιο παράξενο είναι ότι μπορεί να μην ξέρουμε καν τι ακριβώς μας έκανε να ξεσπάσουμε. Απλώς κάποια στιγμή δε χωράει τίποτα άλλο. Ίσως γι’ αυτό μερικά από τα πιο δυνατά μας κλάματα συμβαίνουν τις ημέρες που όλοι πιστεύουν ότι είμαστε μια χαρά.
Δε χρωστάμε σε όλους την αλήθεια μας
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Το να μη μιλάμε για όσα νιώθουμε δεν σημαίνει απαραίτητα ότι καταπιέζουμε τον εαυτό μας. Έχουμε δικαίωμα στην ιδιωτικότητα. Έχουμε δικαίωμα να επιλέγουμε πότε, πώς και σε ποιον θα ανοιχτούμε.
Δε χρειάζεται να μετατρέπουμε κάθε συζήτηση σε εξομολόγηση ούτε να δικαιολογούμε κάθε στιγμή σιωπής μας. Υπάρχει όμως μια διαφορά ανάμεσα στο «δεν θέλω να μιλήσω τώρα» και στο «δεν επιτρέπω ούτε στον εαυτό μου να παραδεχτεί ότι πονάω». Το πρώτο είναι ένα όριο. Το δεύτερο μπορεί να γίνει μια πολύ μοναχική συνήθεια.
Γιατί όσο προσπαθούμε να πείσουμε τους άλλους ότι είμαστε καλά, υπάρχει ο κίνδυνος να αρχίσουμε να απαιτούμε το ίδιο και από τον εαυτό μας. Να θυμώνουμε όταν στενοχωριόμαστε ξανά. Να νιώθουμε ενοχές επειδή δεν έχουμε ξεπεράσει κάτι αρκετά γρήγορα. Να συγκρίνουμε την πραγματική μας κατάσταση με την εικόνα που έχουμε παρουσιάσει προς τα έξω. Και τελικά να αισθανόμαστε ότι απογοητεύουμε τους πάντες, ακόμη κι όταν κανείς δεν μας έχει ζητήσει τίποτα.
Μπορούμε να απαντήσουμε και διαφορετικά
Ίσως δε χρειάζεται να περάσουμε από το «είμαι καλά» στο να εξηγήσουμε ολόκληρη τη ζωή μας. Μπορούμε απλώς να πούμε «έχω περάσει και καλύτερα». Ή «είμαι λίγο πιεσμένος σήμερα». Ή ακόμη «δεν θέλω να το συζητήσω, αλλά σ’ ευχαριστώ που ρωτάς».
Και όταν βρισκόμαστε στην άλλη πλευρά, ίσως μπορούμε να κάνουμε κάτι εξίσου σημαντικό: να μην απαιτούμε από τους ανθρώπους να είναι καλύτερα μόνο και μόνο επειδή θα μας ανακούφιζε να τους βλέπουμε έτσι. Να τους αφήνουμε χώρο να είναι καλά τη Δευτέρα και χάλια την Τρίτη. Να μη θεωρούμε κάθε δάκρυ αποτυχία και κάθε χαμόγελο απόδειξη ότι όλα ξεπεράστηκαν. Γιατί η αλήθεια είναι πως η ζωή συνεχίζεται ακόμη κι όταν μέσα μας υπάρχουν πράγματα που δεν έχουν τακτοποιηθεί.
Και ίσως η μεγαλύτερη ανακούφιση να μην έρχεται όταν μπορούμε επιτέλους να πούμε «είμαι καλά» και να το εννοούμε απόλυτα. Ίσως να έρχεται όταν καταλαβαίνουμε ότι δεν χρειάζεται να το εννοούμε κάθε μέρα. Την επόμενη φορά, λοιπόν, που κάποιος θα μας ρωτήσει πώς είμαστε, δεν χρειάζεται απαραίτητα να του πούμε ολόκληρη την αλήθεια. Αρκεί να μην ξεχνάμε να την παραδεχόμαστε, έστω στον εαυτό μας.
