Ανήκουμε σε μια εποχή όπου το κινητό τηλέφωνο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητάς  μας. Από τις αρχές του 21ου αιώνα έκανε ρεσιτάλ και σιγά-σιγά τα σπίτια εξοπλίστηκαν με περισσότερο κι από ένα κινητό ανά άτομο. Η φρενίτιδα αυτή που επικράτησε κατά τη χρήση του, άρχισε σιγά-σιγά να παρακμάζει όταν στις μικρές αυτές συσκευές εμφανίστηκαν τα δεδομένα κινητής τηλεφωνίας, τα οποία μας καλύπτουν συχνά όταν το Wi-Fi δεν είναι διαθέσιμο.

Αναλογιζόμενοι, λοιπόν, πόσα τηλεφωνήματα κάνουμε τη μέρα, θα κατανοήσουμε και πόσα είναι αυτά που αγνοήσαμε κι απλώς αναβάλαμε για αργότερα. Ακόμα, όμως, κι αν είναι ελάχιστες οι κλήσεις που έμειναν αναπάντητες, δε γίνονται εύκολα αποδεκτές απ΄τους γνωστούς μας. Συνηθίσαμε στα μηνύματα και τα προτιμάμε πολλές φορές, ως πιο άμεση κι εύκολη λύση επικοινωνίας.

Ωστόσο, είναι κάποιες στιγμές που σου είναι αδύνατον να απαντήσεις σε μηνύματα και κλήσεις. Είτε είσαι στη δουλειά, είτε είσαι έξω σε κάποιο μαγαζί, είτε βρίσκεσαι με τον σύντροφό σου. Κι ακριβώς εκείνες τις στιγμές είναι που θα σε θυμηθούν όλοι. Μέχρι κι ο παλιός σου συμμαθητής από το δημοτικό που έχετε να μιλήσετε χρόνια θα σκεφτεί να σε καλέσει. Αν η στιγμή είναι ιδιαίτερη, λοιπόν, προφανώς και δε θα απαντήσεις. Θα σκαρφιστείς μια δικαιολογία, να έχεις πρόχειρη ώστε όταν το ίδιο άτομο ξανακαλέσει, να τη χρησιμοποιήσεις. Άμα μιλήσετε βέβαια. Γιατί συνήθως οι αναπάντητες, δε γίνονται πάντα κι εξερχόμενες. Πού να ψάχνουμε τώρα για περιττές δικαιολογίες; Ας κάνουμε απλώς πως δεν είδαμε την κλήση ποτέ.

Είναι βέβαια και κάποιες στιγμές που απλά σεργιανίζουμε στον κόσμο των σκέψεών μας. Μπορεί να μην κάνουμε απαραίτητα κάτι σημαντικό. Είναι πιθανόν να χαζεύουμε απλώς τηλεόραση. Αυτό δε σημαίνει πως αυτός ο χρόνος δεν αποτελεί χρόνο για τον εαυτό μας. Κι εκεί ακριβώς που ξεκινάει η χαλάρωση, να και το τηλεφώνημα. Από τη μητέρα, τον αδερφό ή τον κολλητό σου. Ξέρεις πως παίρνουν απλώς για να δουν άμα είσαι καλά, για να ακούσουν τη φωνή σου -ή τουλάχιστον έτσι πιστεύεις.

Μα σκέφτεσαι, μήπως μπορεί αυτή η συνομιλία να αναβληθεί για αργότερα; Δεν είναι κάτι επείγον, φαντάζεσαι. Δεν έχεις και τη διάθεση να περιγράψεις τι έκανες μέσα στη μέρα, τι έφαγες κι αν ντύθηκες καλά. Βαριέσαι ακόμα και να βάλεις το τηλέφωνο στο αθόρυβο. Αφήνεις απλά να μπει ο τηλεφωνητής. Και μετά από τις τόσες αναπάντητες που θα σου αφήσουν, θα λάβεις και το μήνυμα ως σημάδι αναζήτησής σου. «Μα τι κάνεις και δεν το σηκώνεις, τι σου συμβαίνει κλπ». Κι από τη στιγμή που η αδιαφορία σου έφτασε πια στα όρια, αποφασίζεις να σηκώσεις την κλήση, βρίσκοντας μια καλή δικαιολογία να τους πεις.

Πρέπει να είσαι πειστικός, μη καταλάβουν ότι βαριόσουν να μιλήσεις. Σίγουρα τους αγαπάς, αλλά είναι κι εκείνες οι στιγμές που απλά δε θες να μιλήσεις σε κανέναν. Θέλεις μια στιγμή μόνο με τον εαυτό σου. Και τότε θα βρεις να πεις κάνα δυο ψεματάκια: «Είχα την ηλεκτρική σκούπα, ήμουν στο μπάνιο, άπλωνα τα ρούχα», είναι μερικά από τα άλλοθι που συχνά χρησιμοποιείς.

Η κυριότερη δικαιολογία όλων, όμως, είναι το συνηθισμένο: «Έλα, το είχα στο αθόρυβο, δεν το άκουσα». Μεταξύ μας, πάντως, τουλάχιστον τις μισές φορές που το τηλέφωνο ήταν όντως στο αθόρυβο, ήταν και πάλι εκεί μπροστά μας, είχαμε οπτική επαφή μαζί του κι ούτε κίνηση δεν κάναμε να το σηκώσουμε. Και τις υπόλοιπες φορές, ακούγαμε κανονικότατα το εκτεταμένο ρυθμικό «ντριν» και το αφήναμε να βαράει μόνο του. Είναι συνηθισμένο φαινόμενο. Είναι το κοινό μας μυστικό. Αναβλητικότητα επικοινωνίας και ανάγκη απομόνωσης.  

Απ’ την άλλη, σκέψου εκείνον τον φίλο που βρίσκει πάντα μια καλή δικαιολογία για τις δικές σου αναπάντητες κλήσεις. Ξέρεις πως δε θα απαντήσει ποτέ όταν του τηλεφωνείς. Κι όταν μετά από μια ώρα θα σου στείλει να σου πει πως και καλά τώρα το είδε, θα γελάσεις, γιατί ξέρεις πως απλώς σε έγραψε. Μην τσαντιστείς, σκέψου πόσες φορές το έκανες κι εσύ. Απλώς, όταν το κάνει άλλος, το θεωρείς πιο εύκολα αδικαιολόγητο.

Οι αναπάντητες κλήσεις και οι συχνές δικαιολογίες τους, είναι μέρος του προγράμματος. Μη μας κατηγορείτε. Απλά κάποιες στιγμές δεν έχουμε όρεξη να μιλήσουμε ή δεν μπορούμε. Μην το παίρνετε προσωπικά. Βέβαια, σ΄όλη αυτή την ιστορία το θέμα είναι που δε μαθαίνουμε εγκαίρως τι συμβαίνει και παραπονιόμαστε πως μένουμε οι τελευταίοι που δεν τα ξέρουμε όλα. Ναι, προφανώς άμα γίνει κάτι δε θα πάρουν εμάς πρώτα. Έμαθαν πως δε θα το σηκώσουμε με τη μία. Αυτό είναι και το τίμημα του «σόρρυ ρε, δε το άκουσα» που έχουμε κάνει καραμέλα.

Όπως και να ‘χει, όταν δε σηκώνουμε το τηλέφωνο δεν το κάνουμε με κακή πρόθεση. Δεν έχουμε πάντα διάθεση για ομιλία. Μπορεί να χτυπήσει τη στιγμή που δε θέλουμε να μας διακόψει κανείς. Συμβαίνουν αυτά. Τουλάχιστον να ανανεώνουμε τις δικαιολογίες μας, μη μας καταλάβουν απ’ την αρχή. Αφού το θέλουμε έτσι, ας παίξουμε καλά τουλάχιστον.

 

Συντάκτης: Νικολίνα Ανδριάνα Χριστοφόρου
Επιμέλεια κειμένου: Μάιρα Τσιρίγκα