Κατεβαίνουμε μέχρι κάτω στη σελίδα, τσεκάρουμε το «έχω διαβάσει και αποδέχομαι τους όρους» και συνεχίζουμε με την ήσυχη βεβαιότητα ότι, αν υπήρχε κάτι πραγματικά σημαντικό εκεί μέσα, κάποιος θα είχε φροντίσει να το γράψει λίγο μεγαλύτερο. Μόνο που καμιά φορά το σημαντικό ήταν ακριβώς εκεί.

Σε μια υποσημείωση, σε μια εξαίρεση, σε έναν όρο που φαινόταν τόσο ασήμαντος τη στιγμή που υπογράφαμε, ώστε δεν μπήκαμε καν στον κόπο να αναρωτηθούμε τι μπορεί να σημαίνει στην πράξη. Και χρειάζεται να περάσει καιρός μέχρι να τον συναντήσουμε μπροστά μας και να πούμε το κλασικό: «Μα αυτό δεν το ήξερα». Το έγραφε, βέβαια. Απλώς ήταν στα ψιλά γράμματα.

Κάπως έτσι συμβαίνει και στη ζωή, με τη διαφορά ότι εδώ δε μας δίνει κανείς ένα συμβόλαιο να διαβάσουμε πριν υπογράψουμε. Υπάρχουν όμως όροι. Άγραφοι οι περισσότεροι. Πράγματα που μάθαμε τόσο νωρίς, ώστε δεν θυμόμαστε καν πότε ακριβώς συμφωνήσαμε μαζί τους.

Να είσαι δυνατός. Να μη στενοχωρείς τους άλλους. Να κάνεις μια καλή δουλειά. Να φτιάξεις οικογένεια. Να μη χαλάσεις κάτι για το οποίο προσπάθησες πολύ. Να αντέχεις λίγο ακόμη. Να μη φεύγεις εύκολα. Ή, σε άλλες οικογένειες και άλλες ζωές, να μη χρειάζεσαι κανέναν, να τα καταφέρνεις μόνος σου, να φεύγεις πριν προλάβουν να σε αφήσουν.

Δε μας τα παρουσίασε απαραίτητα κάποιος ως κανόνες. Μπορεί να μην ειπώθηκαν ποτέ έτσι καθαρά. Τα είδαμε. Τα ακούσαμε σε μισές κουβέντες. Τα καταλάβαμε από όσα επιβραβεύονταν και από όσα προκαλούσαν εκείνη τη μικρή σιωπή στο δωμάτιο. Από το τι σήμαινε «καλό παιδί», «σωστός άνθρωπος», «πετυχημένη ζωή», «κανονική οικογένεια». Κάπως έτσι, χωρίς υπογραφές και σφραγίδες, αποδεχθήκαμε αρκετούς από τους όρους.

Και μετά μεγαλώσαμε και αρχίσαμε να επιλέγουμε. Στον μεγάλο τίτλο, για παράδειγμα, μπορεί να γράφει «σχέση». Στα ψιλά γράμματα όμως μπαίνουν πολλά περισσότερα από δύο ανθρώπους. Μπαίνει το τι έμαθε ο καθένας ότι σημαίνει αγάπη. Πόσο κοντά επιτρέπεται να έρθει. Πότε μια διαφωνία είναι απλώς διαφωνία και πότε ακούγεται σαν απειλή ότι ο άλλος θα φύγει. Ποιος ζητάει, ποιος σωπαίνει, ποιος υποχωρεί. Ποιος έμαθε ότι, για να αγαπιέται, πρέπει να είναι πάντα χρήσιμος, εύκολος ή δυνατός. Κι αυτά στην αρχή σπάνια φαίνονται. Στην αρχή υπάρχουν άλλα, πολύ πιο ευανάγνωστα γράμματα.

Μετά έρχεται η καθημερινότητα. Η κούπα που μένει τρίτη μέρα δίπλα στον νεροχύτη, τα βράδια που δεν υπάρχει τίποτα ενδιαφέρον να ειπωθεί, μια κουβέντα εντελώς ασήμαντη που καταλήγει σε καβγά δυσανάλογο με την αφορμή. Και τότε μπορεί να νομίζουμε ότι μαλώνουμε για την κούπα, ενώ στην πραγματικότητα έχει εμφανιστεί ένας όρος πολύ παλιότερος από αυτή τη σχέση.

Το ίδιο συμβαίνει και με την οικογένεια. Στον μεγάλο τίτλο χωράνε τα γενέθλια, τα πρώτα βήματα, τα Χριστούγεννα, η αίσθηση ότι ανήκεις κάπου. Στα ψιλά γράμματα υπάρχουν η κούραση, οι ενοχές, οι προσδοκίες που δεν ξέρεις καν από πού κληρονόμησες. Υπάρχει και εκείνη η παράξενη ανακάλυψη ότι μπορείς να αγαπάς κάποιον όσο τίποτε άλλο στον κόσμο και ταυτόχρονα να χρειάζεσαι επειγόντως μισή ώρα να μη σου μιλήσει κανείς.

Υπάρχουν ψιλά γράμματα και στη δουλειά. Μια θέση που θέλαμε πολύ, μια διαδρομή για την οποία προσπαθήσαμε χρόνια, η ασφάλεια που κάποτε ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόμασταν. Μέχρι που μια μέρα μπορεί να ανακαλύψουμε ότι δεν μας χωράει πια. Κι αντί να αναρωτηθούμε αν αλλάξαμε, αναρωτιόμαστε πρώτα αν αποτύχαμε. Γιατί κάπου στα δικά μας ψιλά γράμματα μπορεί να υπήρχε κι αυτό: ό,τι διάλεξες πρέπει να το υποστηρίξεις μέχρι τέλους. Αν αλλάξεις γνώμη, κάτι δεν υπολόγισες σωστά.

Μόνο που οι άνθρωποι δεν είναι συμβόλαια ορισμένου περιεχομένου. Αλλάζουν. Κάποτε αργά και ανεπαίσθητα, κάποτε μέσα σε μια χρονιά που τα αναποδογυρίζει όλα. Αυτό που κάποτε ήταν ανάγκη γίνεται συνήθεια. Αυτό που κάποτε έμοιαζε ασφάλεια γίνεται περιορισμός. Κι εκεί που νομίζαμε ότι ξέρουμε ακριβώς ποιοι είμαστε, εμφανίζεται μια διαφορετική εκδοχή μας και ζητάει χώρο. Ίσως γι’ αυτό έχει σημασία, πού και πού, να επιστρέφουμε στα ψιλά γράμματα. Όχι για να κατηγορήσουμε τον εαυτό μας που δεν τα διάβασε εγκαίρως. Μερικά δε θα μπορούσαμε να τα είχαμε καταλάβει τότε, ακόμη κι αν ήταν γραμμένα με κεφαλαία.

Αλλά μπορούμε να τα διαβάσουμε τώρα. Να κοιτάξουμε λίγο πιο προσεκτικά τι θεωρούμε αυτονόητο. Ποιο «πρέπει» εξακολουθεί να μας οργανώνει. Ποιον κανόνα ακολουθούμε χωρίς να θυμόμαστε πια ποιος τον έβαλε. Τι από όλα αυτά εξακολουθεί να μας ταιριάζει και τι απλώς συνεχίζουμε να τηρούμε επειδή κάποτε συμφωνήσαμε μαζί του χωρίς να το ξέρουμε.

Γιατί μπορεί να λέγονται «ψιλά γράμματα», αλλά μερικές φορές εκεί βρίσκεται ο όρος που αλλάζει ολόκληρο το συμβόλαιο.

 

Συντάκτης: Ελίνα Τρωγάδα