Άλλη μια νύχτα με βρίσκει καθισμένη στο μπαλκόνι συντροφιά με τα αστέρια και τη σιωπή να κυριεύει τον χώρο. Τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Ένα κενό πλημμυρίζει την φωνή μου, την ψυχή μου, την ύπαρξή μου, τόσο γεμάτη αλλά και τόσο άδεια την ίδια στιγμή.

Μικρά αλλά κι αναπάντεχα συναισθήματα που κρύφτηκαν, που χάθηκαν, που τα έθαψα στον χρόνο, πίσω από ξέγνοιαστες στιγμές, πίσω από όμορφους ανθρώπους που με κάνουν να ξεχνώ όλα αυτά που γυροφέρνω στο μυαλό μου κατά καιρούς.

Όμως κάτι λείπει, μετά από τόσα χρόνια απουσίας με τη σκέψη μου, κάθισα λίγο να μου μιλήσω. Απόψε, με το φεγγάρι να μου κάνει συντροφιά και με μια κούπα καφέ στο χέρι να με κρατάει ξύπνια μέχρι το ξημέρωμα.

Θέλω να αναπολήσω τα παλιά, μου έλειψε αυτό το αίσθημα, παρέα με τον εαυτό μου, να θυμηθούμε, να ανακαλέσουμε μνήμες όμορφες αλλά και μη, να γελάσουμε και να κλάψουμε εδώ, παρέα με τον καλύτερό μου φίλο!

Ίσως να γλιστρήσει και κανένα δάκρυ, είναι ωραίο να τα λες με τον εαυτό σου τελικά, σου φεύγει ένα βάρος που το κουβαλούσες αιώνες, θαρρείς. Σαν να έχεις κάποιον να τα πεις κι ας μην τα λες έξω απ’ τα δόντια, η γλώσσα του διαλογισμού ήταν ανέκαθεν πιο ισχυρή. Δυο μήνες θα έχουν-δε θα έχουν περάσει απ’ την τελευταία φορά που έχω να με ακούσω. Να αφήσω το μυαλό μου ελεύθερο να εκφραστεί με λόγια που μόνο λίγοι καταλαβαίνουν.

Έλα όμως που αυτός ο φίλος δεν είναι σαν τους άλλους, δεν είναι επιεικής, αλλά ο πιο αυστηρός κριτής. Όποιος αγαπά, παιδεύει -ας μην το ξεχνάμε. Η ώρα πέρασε. Με βρήκε το ξημέρωμα ακουμπισμένη στο τραπέζι, στο χέρι ακόμη να κρατώ τον κρύο πλέον καφέ μου και τον ήλιο να χτυπάει στα μάτια μου, αυτή η πρωινή ζεστασιά μοιάζει σαν λύτρωση μετά από ένα τέτοιο ξενύχτι.

Σαν τα λέγαμε χθες βράδυ, η συζήτηση μας πήρε άλλη τροπή, ούτε που κατάλαβα πώς φθάσαμε ως εκεί. Τα χαμόγελα έσβησαν κι οι αναμνήσεις κόπηκαν στη μέση. Τα πάντα ανατράπηκαν, ένας κόμπος σφίγγει τον λαιμό κι η καρδιά έτοιμη να σπάσει. Συνέβησαν όλα τόσο αναπάντεχα.

Ένα χαστούκιήταν αρκετό για να έρθουν τα πάνω κάτω. Βρέθηκα αντιμέτωπη με τον χρόνο, με τις επιθυμίες μου, με τις προσδοκίες μου. Ξαφνικά να συνειδητοποιώ ότι δεν είμαι δέκα ούτε είκοσι χρονών πια, πρέπει να τα θέλω και τα μπορώ μου να συνυπάρξουν πια. Πρέπει να βρω αυτή την αρμονία που μου λείπει.

Είπαμε πολλά εκείνο το βράδυ, η καρδιά μου χτυπούσε υπερωρίες, έθετε ερωτήματα κι ας μην είχα απαντήσεις να δώσω, με αποδοκίμαζε συνεχώς, αλύπητα μπορώ να πω. Της έλεγα να μ’ αφήσει να πάρω μια ανάσα, τίποτα αυτή, εκεί ακάθεκτη να κτυπά εκεί που πονούσα. «Αχ βρε καρδιά μου, λίγο μυαλό να σου έβαζα καμιά φόρα δεν θα ήταν κι άσχημα».

Ξέσπασα, από εκείνη τη στιγμή το μόνο που θυμάμαι είναι τον ήλιο να χαϊδεύει το πρόσωπό μου. Οι μέρες πέρασαν κι από εκείνο το βράδυ δεν ήμουν ποτέ ξανά η ίδια. Ένιωσα επιτέλους ότι έχω ένα ώμο να βασιστώ.

Βρήκα έναν φίλο αληθινό που μπορεί η αλήθεια του να πονάει μα είναι δυσεύρετη πια τέτοια ευθύτητα μπαλωμένη με αγάπη, αγνά συναισθήματα κι όλα τα συναφή. Αν τη βρήκες είσαι απ’ τους τυχερούς, αν όχι, μη λυπάσαι, γύρισε το κεφάλι και δες, ένας ώμος είναι εκεί και σε περιμένει, ένας ώμος που δε θα σε εγκαταλείψει ποτέ. Ο δικός σου.

 

Επιμέλεια Κειμένου Γεωργίας Ευαγγέλου: Πωλίνα Πανέρη

 

 

 

 

Συντάκτης: Γεωργία Ευαγγέλου