Ας μελετήσουμε λίγο ένα γνωστό χιλιο-ιδωμένο σενάριο. Αυτό ενός ανθρώπου που αναπτύσσει αισθήματα για ένα φιλικό ή γνωστό πρόσωπο από το περιβάλλον του, τα οποία εκφράζει και δε βρίσκει ανταπόκριση. Κοινώς, ας μιλήσουμε για χυλόπιτα. Ας το κάνουμε όμως έχοντας υπόψη, έτσι για αλλαγή, το ρόλο αυτού που τη δίνει. Μέχρι τη στιγμή που κάποιος θα βρει το θάρρος και θα εκφράσει το πώς νιώθει απέναντι σ’ ένα άλλο πρόσωπο, η ευθύνη των πράξεών του για το τι θα πει και πώς θα πράξει έγκειται στον ίδιο. Εφόσον όμως αυτός o άλλος εκδηλώσει το ενδιαφέρον του και κάποιος από δικής του πλευράς δεν αισθάνεται το ίδιο, τότε αποκτά αυτόματα κι αυτός μερίδιο ευθύνης. Οι περισσότεροι νομίζουμε πως μοναδική ευθύνη είναι να σερβίρει κανείς τη χυλόπιτα ευγενικά και με σεβασμό κι έπειτα είναι πρόβλημα του άλλου πώς θα το εκλάβει και τι θα κάνει. Πως οι δικές τους πράξεις απ’ εκεί και πέρα είναι ανεξάρτητες, άσχετες και ποσώς δεν επηρεάζουν την κατάσταση. Ε λογαριάζει λάθος όμως. Διότι έχουν πολύ μεγαλύτερο αντίκτυπο απ’ ό,τι όλοι πιστεύουμε.

Αλήθεια, τι νομίζουμε όταν δεν ανταποκρινόμαστε θετικά στα αισθήματα ενός άλλου; Κάνουμε λες και δεν έχουμε βρεθεί σ’ αυτήν τη θέση. Ως παθόντες κι εμείς, πώς είναι δυνατόν να πιστεύουμε πως απλά και μόνο επειδή είπαμε το αρχικό «όχι» στον άλλον, αυτός θα το δεχτεί, θα το χωνέψει και θα το εμπεδώσει με τη μία, χωρίς να συνεχίζει να έχει ψευδαισθήσεις κι ελπίδες; Χωρίς να συνεχίζει να κάνει υπόγειες προσπάθειες έχοντας μια ελπίδα πως τα πράγματα μπορεί να εξελιχθούν διαφορετικά και πως μπορεί με την επιμονή και την υπομονή του να μας κερδίσει στο τέλος; Φερόμαστε τελικά με την αφέλεια του νέου παίκτη ή απλώς εθελοτυφλούμε σε ένα παιχνίδι που κάποτε φτάσαμε μέχρι την τελευταία πίστα;

 

 

Αναλογιζόμενοι και τα δικά μας συναισθήματα σε μια παρόμοια κατάσταση, ας αναρωτηθούμε πόσο πρόθυμοι ήμασταν να δεχτούμε αυτήν την απόρριψη μέσα μας. Όσες φορές και αν έρθουμε αντιμέτωποι μαζί της δεν είναι κάτι που συνηθίζεται εύκολα, γιατί είναι μια μορφή απώλειας για την οποία η καρδιά πενθεί. Ναι, λέμε πάντα πως δείχνουμε σεβασμό, προς το πρόσωπό μας πρωτίστως και έπειτα στην απόφαση του άλλου και προχωράμε. Η πικρή αλήθεια όμως είναι πως αυτό δε γίνεται τόσο άμεσα. Σχεδόν ποτέ. Αυτό γίνεται αφού νιώσουμε πως έχουμε εξαντλήσει κάθε πιθανότητα αλλαγής της πορείας των πραγμάτων.

Αν το αναγνωρίζουμε λοιπόν αυτό στον εαυτό μας, οφείλουμε όταν βρισκόμαστε στην αντίπερα όχθη να μην κάνουμε αυτά τα οποία δε θέλουμε να μας κάνουν. Οφείλουμε να κάνουμε την κατάσταση ευκολότερη στον άλλον και να κάνουμε όσο πιο μικρό κι ανώδυνο γίνεται αυτό το διάστημα της άρνησης και της επιμονής. Να μη δίνουμε μπερδεμένα μηνύματα, να μην αφήνουμε θολά τοπία, να μην αφήνουμε περιθώρια παρερμήνευσης ανοιχτά σε κάθε διάθεση και όρεξη, απλώς και μόνο επειδή έχουμε στο μυαλό μας πως εμείς το καθήκον μας το κάναμε και είπαμε αρχικά πως δε αισθανόμαστε το ίδιο.

Τώρα εύλογα θα ρωτήσει κανείς, γιατί αυτό δεν είναι αρκετό; Επειδή είμαστε άνθρωποι και το πώς σκεφτόμαστε δεν είναι εύκολο για κανέναν άλλον άνθρωπο να το φανταστεί, οπότε τα σενάρια και οι πιθανότητες που υπολογίζει ο άλλος είναι πιθανότατα κυριολεκτικά αμέτρητα αναλόγως ανθρώπου, χαρακτήρα και ιδιοσυγκρασίας. Επειδή είπαμε εμείς ένα εύκολο και στο μυαλό μας ξεκάθαρο «όχι», δε σημαίνει πως ο άλλος θα πέσει αμαχητί. Είναι ψευδαίσθηση να ισχυριστεί κανείς το αντίθετο.

Όταν λοιπόν ο άλλος ψάχνει τριπάκια κι ευκαιρίες να ξεκινήσει συνομιλία, να προκαλέσει τυχαία συνάντηση στην παρέα, να ανοίξει ένα θέμα και να το κατευθύνει, εμείς αντί να φροντίσουμε να το κόψουμε μια και καλή, αντί να δείξουμε με τον τόνο της φωνής μας, το βλέμμα μας, το πιο απρόσωπο κι άχρωμο μήνυμα, την πιο ψυχρή στάση μας και το «καταλαβαίνω πού το πας και δεν πρόκειται να σ’ αφήσω γιατί έχω ήδη κάνει ξεκάθαρη τη στάση μου» και να λειτουργήσουμε σαν μια υπενθύμιση της χυλόπιτας που ήδη δώσαμε, μας πιάνει μια ωραιοπάθεια. Ξυπνά μέσα μας το ναρκισσιστικό κομμάτι, κολακευόμαστε που έχουμε απέναντί μας έναν άνθρωπο να μας διεκδικεί και μετά το όχι κι ας γνωρίζουμε πολύ καλά πως εμείς δεν ενδιαφερόμαστε.

Αρεσκόμαστε στην προσοχή που τραβάμε και κακά τα ψέματα, αν είναι και καλή η παρέα γενικότερα του συγκεκριμένου ατόμου θεωρούμε πως περνάμε καλά και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Οπόταν επιλέγουμε να κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε τι γίνεται και δίνουμε χώρο και χρόνο αφήνοντας τον άλλον να δίνει έναν άνισο κι άδικο αγώνα, με την εκλογίκευση και τον εφησυχασμό ότι εμείς ξεκαθαρίσαμε τη θέση μας άρα φταίει ο άλλος που δεν το εμπέδωσε και διόλου εμείς με τη μετέπειτα στάση και συμπεριφορά μας.

Κάνοντάς το αυτό, στα  μάτια του άλλου στέλνουμε ένα μπερδεμένο μήνυμα. Δε φαινόμαστε απλά φιλικοί, κοινωνικοί κι ευγενικοί, όπως ισχυριζόμαστε. Αλλά αφήνουμε περιθώριο να αρχίζει να πιστεύει πως ίσως το να ανατρέψει τα «κούφια» λόγια μας είναι εφικτό, άρα εξακολουθεί να βρίσκει αφορμές να μιλάμε, να βρισκόμαστε, να δενόμαστε με κάθε ευκαιρία. Τι; Δε γίνονται αυτά; Δεν έχει γίνει; Φυσικά και γίνονται. Δεν είναι ο κανόνας όμως κι αυτό είναι το πρόβλημα. Ο άλλος, από την ευάλωτη θέση του ατόμου στο οποίο σερβίραμε το άνοστο πιάτο, εύκολα μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα στο μυαλό του, με αποτέλεσμα να ποντάρει εκεί. Και ποντάρει άγρια. Σε μια εξαίρεση που έχει τόσες πιθανότητες να πέσει όσες και η μπίλια της ρουλέτας στον αριθμό που πόνταρες, εφτά φορές στη σειρά.

Και το θέμα είναι ότι ο ενδιαφερόμενος δεν είναι ούτε χαζός, ούτε ηλίθιος. Είναι απλά ένας καψουρεμένος κι ερωτευμένος άνθρωπος που ζει σε μια προσωρινή άρνηση, ένα στάδιο από το οποίο κανείς δε γλίτωσε όσο κι αν το πάλεψε σθεναρά. Ένας άνθρωπος που πρόλαβε μέσα από την επαφή που είχε ήδη με το άλλο άτομο για κάποιο χρονικό διάστημα, να δημιουργήσει αισθήματα. Ένας άνθρωπος του οποίου τα αισθήματα αυτά τροφοδοτήσαμε. Άρα εννοείται ότι θα επιστρατεύσει κάθε ευρηματικό κύτταρο του εγκεφάλου του ώστε να αποκτήσει το αντικείμενο του πόθου του, χωρίς να σκέφτεται με γνώμονα τη λογική. Ας μην ξεχνάμε πως το μυαλό μας είναι ένα δωμάτιο με χώρο μόνο για έναν ένοικο. Όσο κατοικεί ο έρωτας ή η καψούρα, η λογική απουσιάζει.

Υπάρχει κι ένα άλλο επιχείρημα που θα μπορούσε να χρησιμοποιεί κάποιος για να δικαιολογήσει το ότι δε ξεκόβει και δεν είναι δική του ευθύνη να το κάνει. Πως από την συνομιλία και επαφή που έχουν, απουσιάζουν παντελώς τα άμεσα κομπλιμέντα και οποιαδήποτε προσωπικά σχόλια που δείχνουν καθαρό ενδιαφέρον. Άρα ο άλλος θα ‘πρεπε να το καταλάβει. Ο άλλος όμως δε νοιάζεται γι’ αυτά. Όχι σε πρώτο χρόνο τουλάχιστον.

Δεν είναι αυτά τα σημάδια επιβεβαίωσης που ψάχνει. Είπαμε, δεν είναι χαζός. Δεν μπορεί να περιμένει πως μετά από μια απόρριψη θα ακούσει κομπλιμέντα και θετικά σχόλια από το στόμα του άλλου για να δει αν όντως αλλάζει άποψη. Ψάχνει σημάδια προσοχής, όποια κι αν είναι αυτά. Ώστε να μπορεί να τα χρησιμοποιήσει σαν βάση, πάνω στην οποία θα κτίσει έναν ολόκληρο κόσμο με προσδοκίες, φαντασιώσεις και ερμηνείες συμφέρουσες για την πλευρά του.

Αν εμείς λοιπόν δε φροντίσουμε να μη δώσουμε καθόλου την όποια προσοχή, τότε συμμετέχουμε στη δημιουργία των προσδοκιών του άλλου. Μπορεί να μη ζωγραφίζουμε εμείς το πολύχρωμο κάδρο των ελπίδων του, αλλά του δίνουμε απλόχερα τα πινέλα και τα χρώματα. Αν δεν κάνουμε με τις πράξεις και τα λόγια μας ξεκάθαρο με κάθε ευκαιρία που δίνεται, πως κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να αλλάξει, φέρουμε ευθύνη. Όσο κι αν δε μας αρέσει να το ακούμε. Ωμά, είναι λες και αψηφούμε και εμπαίζουμε τα συναισθήματα του άλλου, κάτι που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί απάνθρωπο και σαδιστικό.

Ο δίνων τη χυλόπιτα λοιπόν, δεν μπορεί να είναι αμέτοχος σ’ αυτό που περνάει ο άλλος. Το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα εξαρτάται και από αυτόν. Σε ποιο βαθμό κολλημένος θα παραμείνει ο άλλος και για πόσο χρονικό διάστημα, πόσες προσπάθειες θα συνεχίσει να κάνει, και πόσο πρόσφορο έδαφος θα βρει για να θέσει σε εφαρμογή τις προσπάθειες αυτές. Δεν μπορεί κάποιος να συνεχίζει να αφήνει ψίχουλα χάμω και να γυρνάει έπειτα το κεφάλι κάνοντας λαϊκιστί την πάπια, ρίχνοντας αποκλειστική ευθύνη στον άλλον που αρκείται στα ψίχουλα και δε γυρεύει το ψωμί. Ένας πεινασμένος άνθρωπος εκτιμά και τα ψίχουλα. Και ο ερωτευμένος άνθρωπος πεινασμένος είναι. Μια πείνα για ανταπόκριση στον έρωτα και την αγάπη που αισθάνεται.

Συντάκτης: Άννα Μετόχη
Επιμέλεια κειμένου: Μαρία Ρουσσάκη