Κι έρχεται μια μέρα που δεν είναι ίδια με τις άλλες. Το καταλαβαίνεις πριν καν ανοίξεις τα μάτια σου. Εκεί, όπως είσαι ακόμα στο κρεβάτι, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, ανάμεσα στα μαξιλάρια, νιώθεις ότι κάτι έχει αλλάξει, χωρίς να μπορείς να προσδιορίσεις τι. Ανοίγεις τα μάτια και το βλέπεις στην ατμόσφαιρα γύρω σου. Σαν να ‘χει αλλάξει κάτι στον αέρα, απροσδιόριστο όμως.

Σηκώνεσαι μηχανικά, πηγαίνεις στο μπάνιο κι απορείς πού βρέθηκε όλο αυτό το φως ξαφνικά. Δε σε στραβώνει όμως∙ αντιθέτως, μάλλον, σου αρέσει κιόλας. Φτιάχνεις καφέ κι όσο τον πίνεις προσπαθείς να αφουγκραστείς τους ήχους γύρω σου. Κάτι έχει αλλάξει από χτες. Τι όμως; Δε δίνεις σημασία, κάτι πάντως δεν πάει καλά. Δε βαριέσαι, ήρθε η ώρα να ετοιμαστείς για το γραφείο. Δε θέλεις να αργήσεις.

Φεύγεις για τη δουλειά και νιώθεις πιο ανάλαφρος. Έχεις την εντύπωση –ή, μήπως, είναι ιδέα σου;– πως ο κόσμος που συναντάς στη διαδρομή σού χαμογελάει. Ή, έστω, δε σου φαίνεται τόσο σκυθρωπός, όπως συνήθως. «Ρε, δεν πάμε καλά» σκέφτεσαι, με μια δόση καχυποψίας. Να, όμως, που αυτή η κυρία όντως σου χαμογέλασε. Και το παιδάκι στη διπλανή θέση στο μετρό. Κι οι δύο κοπέλες στον δρόμο, σαν να σου φάνηκε πως σε σχολίασαν, χωρίς να μπορέσεις, βέβαια, να ξεχωρίσεις τι είπαν. Κοιτάζεις το είδωλό σου στο τζάμι και ψάχνεις να δεις μήπως έχεις κάπου μια μουτζούρα, ή φοράς ανάποδα την μπλούζα σου. Όχι, όλα καλά. Κι όμως, κάτι είναι διαφορετικό από χτες.

Φτάνεις στο γραφείο και βλέπεις χαμογελαστούς τους συναδέρφους σου, με μια γενικότερη ευφορία, μια διάθεση για πάρτι, χαλαροί κι ανάλαφροι. Κάποιος σιγοσφυρίζει στο διπλανό γραφείο έναν εύθυμο σκοπό που δε σου είναι άγνωστος. Κι ασυναίσθητα χαμογελάς κι εσύ. Όπα, για κάτσε, μήπως δεν είναι κάτι στους άλλους αλλά σε ‘σένα;

Όχι, δεν άλλαξε ο κόσμος. Εσύ έχεις αλλάξει. Μέσα σε ένα βράδυ μεταμορφώθηκες, κι από ασχημόπαπο έγινες κύκνος. Ένας υπέροχος κατάλευκος κύκνος. Φτερά δε λένε πως έχει ο έρωτας στην προσωποποίησή του; Ε, φτερά δίνει, κιόλας! Κι εσύ ξεφορτώθηκες από πάνω σου τον μαύρο μανδύα που φορούσες, άνοιξες τα παράθυρα και καλωσόρισες τον φρέσκο αέρα, το φως του ήλιου και τα χρώματα του ουράνιου τόξου.

Αχ, αυτό το ουράνιο τόξο, πόσο σου είχε λείψει. Λάμπεις κι αυτό φαίνεται από μακριά. Κι όλη αυτή την αισιόδοξη ατμόσφαιρα τη σκορπάς απλόχερα γύρω σου, λες και ρίχνεις μαγική σκόνη στο πέρασμά σου, κάνοντας έστω και προσωρινά και τους γύρω σου να πάρουν λίγη απ’ τη λάμψη σου.

Δε θυμάσαι καν πόσος καιρός πέρασε απ’ την τελευταία φορά που ένιωσες έτσι. Τόσος πολύς ήταν που είχες ξεχάσει πώς είναι να νιώθεις ερωτευμένος και σου φαίνεται ολότελα ξένο και πρωτόγνωρο. Τελικά, δεν έχουν πάρει ναρκωτικά οι άλλοι γύρω σου, εσύ έχεις μεθύσει απ’ τη μεγαλύτερη εξάρτηση, έναν άλλο άνθρωπο. Πετάς στο συννεφάκι σου κι όλα σου φαίνονται υπέροχα, έτσι, λουσμένα στο φως.

Όλα τα κλισέ που κατά καιρούς άκουγες, πήραν σάρκα κι οστά σε εκείνα τα δύο μάτια που σε σκλάβωσαν. Και τα πουλάκια κελαηδούν, κι ο ήλιος λάμπει, και σου μυρίζει παντού γιασεμί κι αγιόκλημα. Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε, βέβαια, τις πεταλούδες. Είναι παντού γύρω σου, πάνω απ’ το κεφάλι σου, μέσα στα χαρτιά επάνω στο γραφείο σου, μες στο στομάχι σου. Έκλεισες οριστικά την πόρτα στο παρελθόν σου κι ατενίζεις με αισιοδοξία το μέλλον. Ένα μέλλον ζωγραφισμένο με τα πιο όμορφα χρώματα.

Και, ξαφνικά, το κινητό δίπλα σου χτυπάει. Κοιτάς την οθόνη κι ένα τεράστιο χαμόγελο ζωγραφίζεται αυτόματα στο πρόσωπό σου. Ναι, από σήμερα είναι μια νέα ημέρα. Μια όμορφη μέρα. Επιτέλους, μια ηλιόλουστη μέρα ύστερα από μουντούς μήνες βροχής και συννεφιάς. Παίρνεις μια βαθιά ανάσα αισιοδοξίας κι απαντάς το τηλέφωνο. Λες την πιο γλυκιά σου «καλημέρα» στο πρόσωπο στην άλλη άκρη της γραμμής. Κι είναι όντως μια καλή ημέρα και για τους δύο. Απολαύστε τη.

 

Συντάκτης: Ελίνα Μυζίθρα
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη