Τι θα λέγατε να κάνουμε μια επισκόπηση της κοινωνίας μας, σήμερα; Ζούμε σε μια εποχή διαρκών ανακατατάξεων. Συνεχείς πολιτικές εξελίξεις, οικονομικά προβλήματα σε διεθνές επίπεδο, με προεξέχον την ανεργία, πληθώρα ανθρώπων που (ακόμη και σήμερα) στις αναπτυσσόμενες, και μη, χώρες λιμοκτονεί. Πόλεμοι, φτώχεια, εξαθλίωση κι ό,τι δυσάρεστο απορρέει από αυτά με μέγιστο δεινό, το θάνατο.

Πόσες φορές, σε καθημερινή, σχεδόν, βάση δε γίνεται λόγος απ’ το μέσα για εγκλήματα/δολοφονίες, συνέπειες της οικονομικής κρίσης; Καθημερινά γινόμαστε γνώστες αυτοκτονιών. Άνθρωποι απογοητευμένοι, απελπισμένοι, καταβεβλημένοι, ψυχικά, απ’ την «αποτυχία» τους, όχι μόνο να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις που η σύγχρονη κοινωνία προστάζει, αλλά, πολλές φορές, ακόμη και να εξασφαλίσουν το ημερήσιο γεύμα των παιδιών τους, δίνουν τέλος στη ζωή τους.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, λοιπόν, καλούνται οι σύγχρονοι νέοι να επιβιώσουν. Απ’ τα τέλη, ήδη, της σχολικής τους ζωής κι ιδίως στα χρόνια της φοιτητικής τους ζωής, όπου βγαίνουν στον έξω κόσμο απροστάτευτοι πια απ’ την οικογένεια τους, συνειδητοποιούν σε αρκετά σύντομο χρονικό διάστημα με τι θα κληθούν να έρθουν αντιμέτωποι. Αντιλαμβάνονται πια ότι τίποτα δεν είναι ρόδινο στην έξω ζωή. Τα πάντα απαιτούν προσπάθεια, μόχθο, κόπο και, σίγουρα, λίγη τύχη.

Ζούμε σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης, πράγμα το οποίο σημαίνει δύο πράγματα: Ναι, μεν μπορείς πλέον να δικτυωθείς οπουδήποτε στον παγκόσμιο χάρτη, δηλαδή ότι οι διέξοδοι που (μπορούν να) σου ανοίγονται είναι πολλοί, αλλά, από την άλλη και για τον ίδιο ακριβώς λόγο, ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος και συχνά εξαιρετικά αθέμιτος. Καταλαβαίνουν ότι ο πραγματικός κόσμος απαιτεί γερό στομάχι αν θέλουν να τα βγάλουν πέρα, πόσο μάλλον αν οι βλέψεις τους είναι μεγάλες.

Έτσι, όπως είναι αναμενόμενο, συναισθήματα όπως ο φόβος, η ανασφάλεια, η αγωνία για το αύριο αρχίζουν να τους κατακλύζουν. Προσδοκίες αυξημένες, λόγω και των προσδοκιών των δικών τους που έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους σ’ αυτούς, τους βαραίνουν. Νιώθουν πως, όπως η σύγχρονη κοινωνία επιτάσσει, θα τελειώσουν κάποια στιγμή τη σχολή τους, θα κάνουν ενδεχομένως και κάποιο μεταπτυχιακό στον τομέα τους κι όλος αυτός ο κόπος δε θα βρει αντίκρισμα. Αντιθέτως, τα πτυχία θα κρεμαστούν στον τοίχο κι εκείνοι, στην καλύτερη των περιπτώσεων, θα αναλάβουν το δίσκο. Στη χειρότερη, θα βάλουν κι αυτοί το λιθαράκι τους στον εμπλουτισμό της λίστας ανεργίας.

Και ξέρουν πως αν θέλουν να εργαστούν μελλοντικά στον τομέα τους, ιδίως αν αυτός είναι επιστημονικά/θετικά προσκείμενος, το πιο πιθανό είναι ότι θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τα πάτρια εδάφη και να ξενιτευτούν. Γιατί η χώρα τους επαινεί το έργο και την προσπάθεια των νέων αλλά μόνο στα λόγια. Και δε νιώθουν, πάντα, έτοιμοι για ένα τέτοιο βήμα. Όχι τόσο σύντομα. Όχι τόσο βεβιασμένα. Και πόσο μάλλον επειδή οι συνθήκες το επιβάλλουν κι όχι επειδή μια τέτοια απόφαση αποτέλεσε, καθαρά, προσωπική τους επιλογή.

Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει φράσεις του τύπου: «Οι νέοι είναι το μέλλον του τόπου! Αυτοί θα σώσουν τον τόπο!»; Ναι. Σαφώς οι νέοι αποτελούν τη ζωοποιό δύναμη, τη δημιουργική κι ανοιχτόμυαλη ματιά που χρειαζόμαστε αν θέλουμε ένα καλύτερο αύριο. Όμως γιατί να ρίχνουμε, ξαφνικά, τόσες πολλές υποχρεώσεις στις πλάτες τους; Δεν επέλεξαν το παρόν που τους δίνεται, σε αντίθεση με τους προγενέστερους που αποδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων, όταν βρέθηκαν στη θέση τους. Εξαιτίας, μάλιστα, του γεγονότος ότι εκείνοι τους παραδίδουν τον κόσμο σε χειρότερη μοίρα απ’ ό,τι τον παρέλαβαν, τους προκαλείται αίσθημα δυσανασχέτησης ή κι απέχθειας, σε στιγμές.

Ναι, προφανώς και πρέπει να «διορθώσουν» ό,τι οι προηγούμενοι απέτυχαν, αλλά γιατί τόση συσσωρευμένη πίεση; Ας κατανοήσουμε ότι η στάση αυτή των ενηλίκων είναι ικανή να τους κομπλάρει, να τους φρικάρει, να τους κάνει να αντιμετωπίζουν κάθε βήμα προσωπικής, πόσο μάλλον συλλογικής, εξέλιξης να μοιάζει με βουνό. Είναι άτομα με ενθουσιασμό, ελπίδα, προσδοκίες, όραμα. Ας μην τους γκρεμίζουμε το όνειρο! Μπορεί οι προγενέστεροι να μην τα κατάφεραν, αλλά δεν είναι λύση να επιρρίπτονται ευθύνες, όχι μόνο στην προηγούμενη γενιά, ως είθισται, αλλά και στη νέα, ενώ δε υπάρχει καν η κατάλληλη προετοιμασία, απ’ τους ίδιους, για να αντεπεξέλθουν στη σκληρή πραγματικότητα.

Πρέπει, όμως, στο σημείο αυτό να αναγνωρίσουμε και τούτο. Το γεγονός ότι οι νέοι σήμερα αλληλεπιδρούν με την τεχνολογία κι οτιδήποτε ξένο και νέο εμφανιστεί, κατά τρόπο γόνιμο κι όχι με φόβο κι από απόσταση, τους καθιστά αυτομάτως ανθρώπους μιας άλλης νοοτροπίας και λογικής, ανθρώπους άλλης κοπής. Ακόμη και το γεγονός ότι αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν την όχι και τόσο ευοίωνη πραγματικότητα τους καθιστά, αυτομάτως, πιο ευπροσάρμοστους, πιο σκληραγωγημένους, πιο λογικούς, πιο διορατικούς κι εύστροφους, κι ας διαφωνούν μερικοί. Επομένως, είναι βέβαιο πως θα βάλουν τα δυνατά τους για να αλλάξουν τον ρου της ιστορίας.

Και κάτι τελευταίο∙ «Τη Γη δεν την έχουμε κληρονομήσει απ’ τους προγόνους μας, αλλά την έχουμε δανειστεί απ’ τα παιδιά μας!», σύμφωνα με μια ινδιάνικη ρήση. Ας μην το ξεχνάμε!

 

Συντάκτης: Βάσω Τεμπέλη
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη