Τι υπέροχες που είναι οι παρέες. Αυτό το συνονθύλευμα χαρακτήρων και προσωπικοτήτων, σαν μια κόλλα χαρτί που έχεις δώσει σε ένα μικρό παιδί και την έχει γεμίσει με χρώματα. Συνήθως οι χαρακτήρες μιας παρέας είναι αρκετά διαφορετικοί μεταξύ τους, μα έχουν κάτι κοινό που τους έφερε σε επαφή και τους ενώνει. Αυτός ο λόγος που βρέθηκαν στον ίδιο χώρο την ίδια στιγμή με την ίδια ή σχεδόν ίδια διάθεση είναι κι ο συνδετικός κρίκος που τους κρατάει δεμένους.

Σε μία παρέα θα συναντήσεις διαφορετικούς ρόλους. Θα βρεις τον αστείο τύπο, αυτόν που κάνει όλη την ώρα τους φίλους του να γελάνε -ή τουλάχιστον το προσπαθεί. Υπάρχει αυτός που πιστεύει πως είναι το κέντρο του κόσμου. Ο πρώτος γκρινιάρης, που αν δεν του δώσεις την προσοχή που θέλει θα σπάσει τα νεύρα στην παρέα ότι κάτι πάει στραβά. Σίγουρα κάποιος, όμως, θα συναντήσει κι εκείνον τον διακριτικό τύπο, που είναι λίγο στον κόσμο του κι όταν του λέμε να κοιτάξει κάτι ή κάποιον με τρόπο κάνει σαν να του είπαμε «κάνε ό,τι μπορείς για να καρφωθείς και να μας προσέξουν».

Ίσως να μην είναι απαραίτητα φωνακλάς και χύμα, ίσως να ‘ναι λίγο πιο μαζεμένος, πιο ήσυχος και καθώς πρέπει, ταυτόχρονα κι αυθόρμητος, άρα κι αδέξιος κι έτσι κάνει τις γκάφες κατά λάθος κι όχι εσκεμμένα. Γιατί δεν ξέρει πώς να κρυφτεί κι όχι γιατί θέλει να μας κάνει πρωτοσέλιδο. Είναι συνήθως αρκετά περίεργος και πεθαίνει να μάθει και να συμμετέχει στα πάντα. Προσπαθεί να παραμείνει στα αλήθεια διακριτικός, αλλά είναι μια πονηρή μαϊμού κι αυτός κι ο ενθουσιασμός του κι η ανυπομονησία του τον προδίδουν άθελά του.

Αυτός ο διακριτικός μας φίλος, αυτός ο δήθεν αγαθούλης –που δε θέλει να τραβήξει την προσοχή, αλλά το κάνει πάντα– είναι η μεγαλύτερη μουσίτσα του κόσμου. Αν δεν αφεθείς στη στιγμή και τον παρατηρήσεις καλά θα δεις πώς παίζει γενικά το βλεματάκι του. Θέλει να ανακατεύεται παντού και να τα ξέρει όλα κι ας τον έχει φοβηθεί το ματάκι μας πως αν του πούμε κάτι θα μας καταλάβει όλο το μαγαζί, δεν μπορούμε να του κρατήσουμε μυστικά.

Σε καθετί που διαδραματίζεται, σε κάθε θέμα συζήτησης το μάτι του συμμετέχει ασυνείδητα. Με το που αναφερθεί στην παρέα κάτι για ένα ακαταμάχητο κομμάτι που περνάει, για μια εκλεκτή παρουσία που μπαίνει στο χώρο ή ακόμα και για κάτι παράνομο (πετάει τη σκούφια του για τέτοια) θα γυρίσει πρώτος, θα στρίψει κανονικά το σώμα του για να ΄χει καλύτερη γωνία και θα ρωτάει γκαρίζοντας λεπτομέρειες σαν να μην υπάρχει ψυχή γύρω -κι ας κοκκινίζουμε οι υπόλοιποι που μας έκανε ρεζίλι ακόμη μια φορά με τη χαζομάρα του.

Κι άμα του την πεις, παίρνει ύφος αθώου κουταβιού, λες και δεν ξέρουμε τι πονηρή γάτα είναι. Όταν κάνει τη μαλακία και καρφωθούμε όλοι μαζί του με τους χοντροκομμένους τρόπους του το παίζει αθώο γατάκι γουρλώνοντας τα μάτια με ύφος «μα τι έκανα;» και δυο στιγμές μετά γυρνάει πάλι την κεφάλα του 180 μοίρες σαν δαιμονισμένο.

Τον αγαπάμε όμως ακριβώς έτσι όπως είναι και δεν τον αλλάζουμε με τίποτα. Με την αδιακρισία του, τον αυθορμητισμό ενός παιδιού, την περιέργειά του και το πονηρό βλέμμα του.

 

Συντάκτης: Βασίλης Δημόπουλος
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη