Ο πόνος νικά, όταν η βία καταφέρνει και σε τρομάζει. Σε χαλάει, ξεκουρδίζει τις  χορδές και φιμώνει τις νότες. Διαβρώνει το έδαφος που πατάς, και κάνει το φυλλοκάρδι να τρέμει γι’ αυτή την κάθε φορά που μια ακόμα σελίδα θέλει να γραφτεί, πριν προλάβει η τελευταία να σβήσει. Η σκηνή πάμπολλες φορές παιγμένη κι εύκολα την καταλαβαίνεις.

Βαριά τα πατήματα. Μετά έρχεται η ανάσα που ανεβοκατεβαίνει σαν κύμα μανιασμένο. Όταν πλησιάζει κοιτάς τα καψαλισμένα μάτια που έχουν στεγνώσει. Οι κόρες ακίνητες, κι ανάμεσά τους κάτι άχρωμες κηλίδες. Τα βλέφαρα ενώνουν, μήπως και καταφέρουν να σου κρύψουν κάτι, το χέρι σηκώνει την ασπίδα που ψάχνεις για να σωθείς. Ακούς τις λέξεις που διαδίδουν αυτό που πρόκειται να συμβεί. Μια αυταπάτη της σκέψης σε τριγυρνά, ίσως αυτήν τη φορά να μην το κάνει. Μα όταν ο κρότος του σφιγμένου χεριού δίνει το καίριο χτύπημα, καταλαβαίνεις. Η κάμερα αλλάζει τη γωνία και δείχνει μια ανθρώπινη κουλούρα που κείτεται στο πάτωμα με τα χέρια δεμένα μπροστά. Λίγο ακόμα φωνάζει ο σκηνοθέτης, σε λίγο τελειώνει.

Σε χαλάνε αυτές οι επισκέψεις αγριότητας που δειλά υπομένεις. Εκεί στο σκουρόχρωμο φόντο που ένα φιλμάκι κακοποίησης ξεδιπλώνεται, το όνομά σου δε γράφεται πουθενά. Σηκώνεις το βάρος σου και το σώμα σέρνεται καθώς προχωράς. Ασυναίσθητα αγγίζεις το κορμί, ψάχνεις να δει πού πονάει. Δεν είναι εδώ, ίσως πιο κάτω, ίσως και να ‘ναι ζεστό ακόμα. Κοιτάζεις τον καιρό έξω από το παράθυρο. Λιακάδα! Κι όμως η οροφή στάζει.

Μια χρυσή κλωστή σου δένει το στόμα. Παίρνεις το σκληρό ύφασμα που έχει απομείνει και ξεκινάς τα καινούργια σχέδια. Μια ακόμα προσπάθεια για να αρέσεις, κι ίσως τότε πάψεις να ευθύνεσαι εσύ. Ό,τι απομένει μετά από κάθε έκρηξη, σωριάζεται στην πολυτελή πολυθρόνα. Κάθε φορά προσπαθείς να δεις αυτά που δεν είδες, να πεις αυτά που δεν είπες. Τεντώνεις με δύναμη το σώμα και φουντώνεις την οργή που περνάει κάτω από το βελούδινο ύφασμα και ταλαντεύει τις σούστες. Μια φωνή σε κάνει να γυρίσεις. Το απαλό άγγιγμα σε αφήνει ζεστό. Κάτι θέλει, δεν ξέρει όμως πώς να το ζητήσει.

Κάποια χρόνια μετά η χρυσή κλωστή αρχίζει να ξεφτίζει. Στα περίτεχνα σχέδια δεν έμεινε φαντασία. Σε ακούνε με το στόμα ανοιχτό. Γιατί τώρα; Πώς μπόρεσες να μη μιλήσεις; Ένας χείμαρρος που ξεχύνεται. Μυρωδιά λύπης και οίκτου πάνω από τη μορφή σου, που νομίζουν ότι γνωρίζουν. Ο αέρας της εύκολης κριτικής υψώνεται και παραμορφώνει τα πρόσωπα που απαιτούν εξηγήσεις. Σε χαλάει που τους βλέπεις. Την ώρα που πας να απαντήσεις, οι λέξεις κολλάνε στα δόντια κι εμποδίζουν το στόμα ν’ ανοίξει. Οι βρώμικες σκέψεις γίνονται πόρτες που ανοίγουν με φτηνά λόγια και κλείνουν με εύκολες φράσεις.

Ένα «γιατί τώρα» τρυπάει το τύμπανο. Η ώρα περνάει κι αρχίζεις να βαριέσαι. Ποτήρια χάρτινα του espresso πηγαινοέρχονται πάνω από γεμάτα σταχτοδοχεία. Θέλουν κι άλλο εγώ, μάλλον, να γεμίσουν. Ραδιούργησες εις βάρος της λογικής ενός εκλεκτού πλήθους κι αρχίζουν να σε διαμελίζουν. Γουστάρει η φαντασία τον πόνο και την ορφάνια του άλλου.

Μια κινούμενη έμπνευση έρχεται κι σε συνεπαίρνει. Θα το μοντάρεις το πλάνο για να συνεχίσεις. Στέκεσαι στο ίδιο παράθυρο και κοιτάζεις τον καιρό. Λιακάδα! Βλέπεις το είδωλο που είχες αφήσει στο πάτωμα να σου χαμογελά. Διέθεσες τη σάρκα του προς τέρψη και τώρα του έβγαλες το ντύμα για να το δουν. Φοβήθηκε, πόνεσε, ηττήθηκε. Μα πλέον δεν το νοιάζει. Κι όλο αυτό το «γιατί τώρα» που ακούγεται στην ατμόσφαιρα τώρα πια μπορεί να απαντηθεί. «Γιατί τώρα μπορεί.»

 

Θέλουμε και τη δική σου άποψη!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

Συντάκτης: Μόνικα Καράμπεη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου