«Υπάρχουν πράγματα που ξέρεις και πράγματα που δεν ξέρεις κι ανάμεσά τους υπάρχουν πόρτες.» (Jim Μorrison)

 

 

Όταν ο Jack the Ripper άνοιγε τα μάτια στον εσωτερικό του κόσμο, γυναίκες με χαμηλό υπόβαθρο έχαναν τη ζωή τους. Συγκίνηση, ανατριχίλα και σίγουρα φόβο, προκαλούσε στο λονδρέζικο κοινό ο παράφορος τρόπος που αυτό συνέβαινε Έχοντας ένα συγκεκριμένο μοτίβο βιαιότητας εξαπέλυσε ηχηρά βουητά στο ομιχλώδες Λονδίνο. Οι προσπάθειες για τη σύλληψή του έμειναν άκαρπες κι από τότε δεν έπαψαν οι θορυβώδεις ιστορίες του να εξάπτουν φαντασία.

Ο Τζακ είναι ένα μυστήριο, ένα κενό πράγμα, και στον εγκέφαλό μας δεν αρέσουν τα ερωτηματικά που δεν έχουν απάντηση. Όποτε λοιπόν βρίσκουμε ένα κενό, αρχίζουμε και το γεμίζουμε, μ’ αυτά που βρίσκονται στο πίσω μέρος του μυαλού μας, τα σκοτεινά που μας φοβίζουν. Σε αυτό το σημείο ξεκινάει και η εμμονή του κοινού με τους σίριαλ-κίλερς.

Φεύγοντας από το υγρό και ζοφερό Λονδίνο του 1888 ερχόμαστε στο 1970 και στους ερευνητές του FBI που όρισαν την κατά συρροή δολοφονία ως τέσσερα γεγονότα σε μοτίβο που λαμβάνουν μέρος σε διαφορετικές τοποθεσίες. Αργότερα το Εθνικό Ινστιτούτο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, τις  άλλαξε σε δυο, με τη διάρκεια του συμβάντος να διαφοροποιείται από ώρες μέχρι και χρόνια.

Από τότε διαβόητοι εγκληματίες έχουν παρελαύνει από τις οθόνες μας εξιστορώντας τις δικές τους ιστορίες. Τα ονόματα των δραστών πολλά, και τα αθώα θύματα ακόμη περισσότερα. Άνθρωποι συνήθως τυχαίοι που μια μοίρα τους έσπρωξε μπροστά τους κι όρισε γρηγορότερα το τέλος. Το προφίλ των σίριαλ-κίλερς έχει πανομοιότυπα στοιχεία. Σύμφωνα με τους ειδικούς ακολουθεί ένα pattern που εμπεριέχει τρία συστατικά. Εγκεφαλική βλάβη, ψυχική νόσο και κακοποίηση, τόσο ψυχική όσο και πραγματική. Όταν όλα αυτά σμίγουν σ’ έναν άνθρωπο τότε η έκρηξη βίας είναι τρομακτική.

Τι μας συγκινεί όμως σε αυτούς τους ανθρώπους;

Λογική δεν υπάρχει στα ειδεχθή εγκλήματά τους και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι δύσκολο και ν’ αποκαλυφθούν. Η απρόβλεπτη στάση τους και η καταστροφική ανυπακοή τους, ασκεί μια έλξη καθώς παρεκκλίνει από τη νόρμα της κανονικότητας. Η απουσία στη συνοχή της σκέψης μαγνητίζει και σαγηνεύει ό,τι είναι στ’ άδυτα αφημένο. Αναρωτιέμαι όμως γιατί και πώς γίνεται ένας άνθρωπος που δεν είναι φρενοβλαβής και που στο μάξιμουμ των περιπτώσεων οι τύψεις δε γίνονται σαράκι στα σωθικά του, να αποκτά το δικό του κοινό.

Κάποιοι θα πούνε ότι βλέπουν σ’ αυτούς την παρόρμηση που τιθασεύουν, μιας και τους προτρέπει να κάνουν τα στραβά μάτια σε ό,τι άνομο τους κυνηγά. Κάποιοι άλλοι αρέσκονται στην ανατριχίλα που αφήνει ο φόβος στο δέρμα τους κι απλώς γίνονται παρατηρητές, ή και ηδονοβλεψίες που ερεθίζονται πίσω από κλειστές πόρτες. Οι άνθρωποι με ενισχυμένοι τη θεολογική έννοια θα δώσουν ξόρκια για ν’ απομακρύνουν την υποβλητική δύναμη του κακού κι εκείνοι που δεν μπορούν να θεραπευτούν, θα ζωντανεύουν την έκσταση για να κερδίσουν την απαρηγόρητη ψυχή. Η βιομηχανία της κενής ματαιοδοξίας εξέλιξε το συναίσθημα, με έργα τέχνης και προσωπικά τους αντικείμενα προς πώληση. Έτσι κατάφερε ένας εκγληματίας να γίνει εμπορικό προϊόν.

Ο Τέντ Μπάντι υπήρξε μια τέτοια περίπτωση τη δεκαετία του 70. Μεγάλωσε με την ντροπή του νόθου παιδιού και την απουσία αυτοπεποίθησης από τη θρησκευόμενη οικογένειά του. Και ενώ το 1972 πήρε πτυχίο ψυχολογίας από το Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον, το τέρας της αρρώστιας σκίαζε το οπτικό του πεδίο. Εικόνες, λόγια,θεωρίες υποκλίνονταν στις ανικανοποίητες σκιές του. Ομολόγησε τριάντα έξι εγκλήματα κατά νεαρών γυναικών. Η καλή εμφάνισή του όμως και το μορφωτικό του επίπεδο αποτέλεσαν πόλο έλξης, σε ανθρώπους που πίστεψαν ότι μέσα από τη στήριξή τους θα αναδείξουν την καλοσύνη του χαρακτήρα του. Θα έλεγα ο πιο λαοφιλής και γοητευτικός όλων. Η φιγούρα του δεν πέρασε απαρατήρητη, αμέτρητα βιβλία προσπάθησαν να ρίξουν φως στην πολυπλοκότητα της σκέψης του. Το 2019 στο Φεστιβάλ κινηματογράφου Sundance, προβλήθηκε η ταινία Εxtremely Wicked, Shockingly Evil and Vile, προσπαθώντας να ρίψει φως στην ψυχοπαθητική αποπλάνηση των γκρούπις από γοητευτικούς και μορφωμένους δολοφόνους.

Ίσως αυτοί οι άνθρωποι να υπαγορεύουν στη λογική το αίσθημα της ελευθερίας στην πιο διαστροφική της εκδοχή. Κι η ελευθερία, ακόμη κι αν εκφυλίζεται, είναι το μεγαλύτερο δέλεαρ κι αγαθό που πασχίζει να μη μηδενιστεί.

Δανείζομαι τους στίχους του τραγουδιού Riders on the Storm, και κλείνω ένα κεφάλαιο που δε θα ήθελα να μείνει ανοιχτό.

Riders on the storm/ Into this house, we’re born
Into this world, we’re thrown/ Like a dog without a bone
An actor out on loan/ Riders on the storm

 

 

Συντάκτης: Μόνικα Καράμπεη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου