jnojhboh

Κάπου στην Ουαλία, μεταξύ 5ου και 6ου αιώνα μ.Χ. Ένα νέο αγόρι σε μια καθοριστική στιγμή για τη ζωή του τραβάει το σπαθί από τον βράχο και διεκδικεί τη διαδοχή του στο θρόνο. Το είχε καρφώσει ο πατέρας του Ούθερ Πέντραγκον λίγο πριν πεθάνει. Αυτή είναι η αρχή του θρύλου για το Βασιλιά Αρθούρου και τους Ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης που είναι ένας από του διασημότερους της Αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Ο Μάγος Μέρλιν, ο Λάνσελοτ και η Γκουίνεβιρ, είναι μερικοί από τους ήρωες που προβλήθηκαν, εξελίχθηκαν και συγκρούστηκαν μεταξύ τους σε αυτόν τον λογοτεχνικό μύθο που ακόμη και σήμερα κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον. Υπήρξε όμως ο Βασιλιάς Αρθούρος; Σίγουρα δεν υπάρχει αφήγηση χωρίς βιώματα κι εκεί βασίζονται οι ερευνητές ψάχνοντας την πραγματικότητα πίσω από τη φαντασία.

Η πρώτη αναφορά για τον Βασιλιά Αρθούρου βρίσκεται  σε κείμενο του Historia Brittonum,τον 9ο αιώνα από τον Ουαλό μοναχό Nennius. Παρουσιάζεται σαν ισχυρός στρατηλάτης του 5ου αιώνα μ.Χ που αποκρούει του Σάξονες εισβολείς. Αν κοιτάξουμε λίγο πίσω στην ιστορία, σε εκείνη την περίοδο ξεκίνησε η πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με τους  Κέλτες να μένουν αφύλακτοι, μπροστά στις εισβολές των γερμανικών και δανέζικων φυλών. Στη σκοτεινή περίοδο και λίγο πριν από το Μεσαίωνα, οι μάχες για την κατοχή της Αγγλίας από Σκώτες, Πίκτες και Σάξονες ήταν πολλές και σίγουρα υπήρξαν Κέλτες πολέμαρχοι που με τις ηρωικές τους πράξεις  αποτυπώθηκαν στις μνήμες των ανθρώπων. Η Βρετανία την εποχή εκείνη χρειαζόταν έναν ηγεμόνα να τους ενώσει· μέσα από τις διηγήσεις και τις λαϊκές παραδόσεις ονομάστηκε Αρθούρος. Ίσως ήταν ένας, ίσως πάλι  να ήτανε πολλοί, που ένωσαν τα ανδραγαθήματά τους στο πρόσωπο ενός.

Πάντως, αν ευσταθεί ο χρόνος δράσης το σίγουρο είναι ότι θα έπρεπε να μοιάζει περισσότερο με έναν άγριο πολεμιστή με εμφανή σωματική δύναμη και άγρια όψη, παρά με τον ιππότη μέσα στη γυαλιστερή του πανοπλία που ήταν γνώρισμα του Μεσαίωνα. Παρ’ όλα αυτά ο Βασιλιάς Αρθούρος κατέλαβε την Ιρλανδία, έδιωξε τους εισβολείς από τις Βρετανικούς νήσους κι έζησε ένα μεγάλο διάστημα ειρήνης στο κάστρο του στο Κάμελοτ.

Ένα ποτάμι, ένα δάσος και μια πεδιάδα είναι η περιγραφή των συγγραφέων για το κέντρο εξουσίας του Βασιλιά Αρθούρου, που έζησε και υπήρξε όσο κι αυτός. Ένας τόπος μυσταγωγίας το Κάμελοτ με ένα γυάλινο κάστρο όπου οι Ιππότες έπαιρναν το χρίσμα της Στρογγυλής Τραπέζης. Κι ενώ ο εμπνευστής του Αρθουριανού κύκλου είναι ο Τζέφρεϊ Μονμάουθ -που έζησε το Μεσαίωνα, εξού και οι ιπποτικές πανοπλίες- ένας Αρχιδιάκονος της Οξφόρδης, που μέσα από τη φαντασία του ξεκίνησε η εξιστόρηση του μύθου, το Κάμελοτ γεννήθηκε στα κείμενα του Κρετιέν ντε Τρουά ενός Γάλλου ποιητή που βρισκόταν στην υπηρεσία της βασιλικής αυλής. Κάπου αναφέρεται ότι η ίδια η βασίλισσα Μαρία της Καμπανίας, του ζήτησε να γράψει μια ιπποτική ιστορία μόνο γι’ αυτήν και τότε το έργο «O Ιππότης με το κάρο» ή «Λάνσελοτ» έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή του.

Εκεί, ο Λάνσελοτ εμφανίζεται ως ο επιστήθιος φίλος του Αρθούρου κι ερωτευμένος με την Γκουίνεβιρ. Μέσα σε όλο αυτό το πολεμικό έργο που ξεκίνησε από τις δοξασίες της κέλτικης κουλτούρας έλειπε ο έρωτας και η προδοσία. Τα τρία συστατικά μιας επιτυχημένης ιστορίας, μας δίνουν οι λογοτέχνες της εποχής εκείνης. Πόλεμος, έρωτας και προδοσία, όπου μεταγενέστεροι συγγραφείς στηρίχτηκαν και το εμπλούτισαν με την αναζήτηση του Ιερού Δισκοπότηρου και τις περιπέτειες των ιπποτών για την εύρεσή του.

Ένα τρίο δημιουργεί ο Κρετιέν και κρατάει ζωντανό το μύθο. Δίνει στους χαρακτήρες ιπποτισμό και ανδρεία σύμφωνα με τις αρχές της εποχής του και στην Γκουίνεβιρ μια εξωτική ομορφιά με μια ήρεμη καλοσύνη. Την εποχή εκείνοι οι γάμοι γινόντουσαν κυρίως για πολιτικούς λόγους και θέσεις ισχύος. Οπότε ο έρωτας δε γεννιόταν και η αγάπη έδινε αγώνα μέσα στον ήδη γάμο για να κερδηθεί. Μια νεαρή κοπέλα βρίσκεται παντρεμένη με ένα μεγαλύτερο άνδρα που είναι πολύ απασχολημένος με τις εργασίες του βασιλείου. Παραμελημένη και μοναχική, δέχεται τον έρωτα του ευγενικού και θαρραλέου ιππότη Λάνσελοτ. Κι ενώ οι εκδοχές από εδώ και πέρα είναι δύο, το σίγουρο είναι ότι κι αυτήν τον ερωτεύεται πίσω.

Στη μια κρατάνε τον έρωτά τους κρυφό και τιμούν τον Αρθούρο δείχνοντας την πίστη τους, ενώ στην άλλη δημιουργούν παράνομη σχέση την οποία μαθαίνει ο Αρθούρος και τους τιμωρεί. Το όνομα της Γκουίνεβιρ στα ουαλικά σημαίνει λευκή σκιά και ίσως και να προϋπήρχε του Αρθούρου. Οι κέλτικες φυλές ήταν άνθρωποι που αγαπούσαν τις νεράιδες, του μάγους, τα ξωτικά κι όλα τα άλυτα μυστήρια. Τους μάγευε η οφθαλμαπάτη και πίστευαν ότι ένα αντικείμενο καθώς περιστρέφεται, μεταμορφώνεται. Ο αριθμός 3 ήταν γι’ αυτούς ένα σταθερό θεμέλιο γιατί μέσα από την τριπλότητα ερευνούσαν τα φύλλα, τα ζώα και τα πρόσωπα. Η Γκουίνεβιρ στην κέλτικη μυθολογία εμφανίζεται ως τριπλή θεότητα που κατέχει την αγάπη, τη γονιμότητα και την ανάπτυξη.

Το τέλος της ιστορίας μας βρίσκει στις όχθες του ποταμού Κάμελ στην Κορνουάλη με τον Αρθούρο να θανατώνει τον Mορντρεντ που κατά τη διάρκεια της απουσίας του στη Βουργουνδία προσπάθησε να ανέβει στον θρόνο και να παντρευτεί την Γκουίνεβιρ. Στην ίδια μάχη ο Αρθούρος τραυματίζεται σοβαρά, αλλά ο Μονμάουθ αποφασίζει να τον μεταφέρει στη νήσο Άβαλον για να θεραπευτεί. Στα ουαλικά «Αvallah» σημαίνει ο τόπος των μήλων και εικάζεται ότι το Άβαλον είναι παράφραση αυτής της λέξης. Ο θάνατος του Αρθούρου δεν αναφέρεται πουθενά και σύμφωνα με τον μύθο περιμένουμε την επιστροφή του. Η Γκουίνεβιρ, ενώ δεν έχει πλέον κανένα εμπόδιο για να ζήσει τον έρωτά της με τον Λάνσελοτ, αποφασίζει να τον δει για μια τελευταία φορά πριν αναχωρήσει για το μοναστήρι.

Μονομαχίες, ίντριγκες, γενναιότητα αλλά και υπερφυσικές δυνάμεις, όλα πλεγμένα με έναν τρόπο που σε αφήνει μαγεμένο να ψάχνεις το συμβολισμό. Την αέναη μάχη του κακού με το καλό, τους ιππότες εναντίον ορατών κι αόρατων στοιχείων, τη λογική και τη διαφάνεια ενάντια σε δράκοντες και δαίμονες και την Κυρά της Λίμνης να βυθίζεται κρατώντας το Εξκάλιμπερ στο χέρι της και παίρνοντας τη δύναμη μαζί της. Είναι αποδεδειγμένο ιστορικά ότι κατά τον 5ο αιώνα ένας άνθρωπος αντιμετώπισε τους εισβολείς κι έπεσε θύμα προδοσίας. Αυτός ήταν ο Αρθούρος;

Συντάκτης: Μόνικα Καράμπεη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου