Χρειάζονται μεγάλα κότσια για να αφήσει ένας άνδρας τον εγωισμό του στην άκρη και να πει: «Ναι, φταίω που έχασα τη γυναίκα της ζωής μου, τα έκανα θάλασσα».

Οι περισσότεροι βολεύονται απλά στο να ρίχνουν το φταίξιμο οπουδήποτε αλλού εκτός απ’ τον εαυτό τους. Και μπορεί ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας να έκανε πολλά λάθη που ίσως του έχουν κλείσει για πάντα το δρόμο για το γυρισμό, όμως γι’ αυτή του τη μεταμέλεια και παραδοχή, του αξίζει ένα μεγάλο μπράβο.

Χρειάζεται μεγάλο θάρρος για να εξομολογηθεί κανείς την ιστορία του με την ελπίδα πως ίσως έτσι συγκινήσει και πείσει τη γυναίκα του για την ειλικρίνειά του. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα απ’ την αρχή.

Ο Δημήτρης γνώρισε τη Χ όταν ήταν ακόμη πολύ νέοι. Πολλοί δεν ενέκριναν τη σχέση τους και το πόσο γρήγορα αυτή προχωρούσε, όμως οι δύο τους είχαν ερωτευτεί παράφορα κι έτσι όπως κάνουν οι ερωτευμένοι, πήγαν κόντρα σε όλα κι όλους. Ήταν οι δύο τους μαζί, ενάντια στον κόσμο, ενωμένοι.

Ο έρωτας κι η αγάπη τους οδήγησε στο γάμο. Ήθελαν να μοιραστούν το υπόλοιπο της ζωής τους μαζί. Περνούσαν ώρες στο κρεβάτι, πολλές κι έντονες στιγμές πάθους, ανυπομονούσαν να δει ο ένας τον άλλο μετά τη δουλειά, υποστήριζαν και στήριζαν ο καθένας τον άνθρωπό του.

Λίγο καιρό αργότερα ήλθε στον κόσμο το πρώτο τους παιδί και μετά το δεύτερο. Δύο πανέμορφα κοριτσάκια. Τα προβλήματα είχαν αρχίσει να εμφανίζονται ήδη απ’ το πρώτο παιδί και με το δεύτερο έγιναν ακόμη περισσότερα. Ο Δημήτρης έσπασε την ασπίδα που οι δύο τους είχαν απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο. Πλέον δεν ήταν οι δύο τους.

Η Χ βρέθηκε να παλεύει μόνη της κι ο Δημήτρης να μην μπορεί να ανταπεξέλθει. Έτσι, απομακρυνόταν συνεχώς από αυτήν. Δεν την έβλεπε πλέον ως γυναίκα. Ξέχασε τον έρωτά τους, ξέχασε τους λόγους που την ερωτεύτηκε, την άφησε μόνη σε όλο αυτό. Δεν την υποστήριζε στους έξω κι ούτε πλέον εκείνη έψαχνε ελαφρυντικά.

Οι τσακωμοί στο σπίτι δε σταματούσαν. Είχαν καταντήσει να μαλώνουν για τα προβλήματα όλων των άλλων εκτός απ’ τα δικά τους. Το σεξ ήταν κάτι που πλέον έβρισκε αλλού. Κάποια στιγμή ο Δημήτρης δεν μπορούσε να το παλέψει άλλο. Ένιωθε να σιχαίνεται τη Χ κι ένα βράδυ μετά από ένα μεγάλο καβγά, μάζεψε τα πράγματά του κι έφυγε. Έτσι απλά.

Πέρασε από τότε περισσότερος από ένας χρόνος κι η επαφή που έχουν είναι μόνο για να βλέπει τα δύο κοριτσάκια του. Αυτά δεν τα εγκατέλειψε ποτέ. Θυμάται ακόμη τα βρισίδια, τα ξενύχτια, τα μεθύσια, τις άλλες γυναίκες στις οποίες έβρισκε λίγη παρηγοριά μετά τους επικούς καβγάδες κι όμως μετά από όλα αυτά πιάνει τον εαυτό του να του λείπει.

Πολλές φορές μετανιώνει που έφυγε εκείνο το βράδυ. Θέλει να την πάρει και να εξαφανιστούν μακριά από όλο το σόι. Θέλει να ζήσει μαζί της έτσι ερωτευμένος, όπως έζησε εκείνα τα πρώτα χρόνια. Ένα χρόνο μετά το χωρισμό, την αποκαλεί ακόμη γυναίκα του. Καμιά δεν έχει το γέλιο της, το βλέμμα της, καμιά δεν είναι εκείνη.

Και παρ’ όλο που τη θέλει πίσω, δεν έχει το θάρρος να το ζητήσει. Προσπαθεί μέσω την παιδιών να την πλησιάσει, όμως αυτή δε θέλει ούτε ζωγραφιστό να τον βλέπει πια. Γι’ αυτό, επειδή δεν έχει τα αρχίδια όπως λέει να τα πει στην ίδια, τα λέει σε μας, μιας και τώρα πήρε τη μεγάλη απόφαση να φύγει στο εξωτερικό.

Φεύγει όμως μόνος, χωρίς τη γυναίκα που τόσο αγάπησε. Αυτή, πιστεύει, δε θα τον ακολουθούσε έτσι κι αλλιώς. Και τελειώνει την ιστορία του με την έκφραση: «Εξομολογήσεις ενός άνανδρου άντρα».

 

Επιμέλεια Κειμένου Πράξιας Αρέστη: Πωλίνα Πανέρη

 

Ήταν η ιστορία του Δημήτρη για τη στήλη Your Stories Realoaded. Στείλε κι εσύ τη δική σου ιστορία εδώ!

Συντάκτης: Πράξια Αρέστη