Ψάχνεις να βρεις τα κλειδιά σου, πάντα αυτό σου συμβαίνει κι όποτε βιάζεσαι δεν τα βρίσκεις πουθενά. Κάνεις το σπίτι άνω-κάτω, ψάχνεις στις χαραμάδες του καναπέ, κάτω απ’ το τραπέζι, ακόμα και στο ψυγείο απ’ τη βιασύνη σου. Τα βρίσκεις τελικά,  ακουμπισμένα στο τραπεζάκι μπροστά σου και τα αρπάζεις.

Βγαίνοντας απ’ το σπίτι αντιλαμβάνεσαι πως δεν έχεις πάρει ομπρέλα αλλά τι να την κάνεις την ομπρέλα, έχει ήλιο έξω. Τρέχοντας φτάνεις στη στάση του λεωφορείου χωρίς ανάσα. Κοιτάς στον πίνακα ειδοποιήσεων, το λεωφορείο σου έχει περάσει κι έχει ήδη φύγει. Και τότε ένα σύννεφο εμφανίζεται απρόσμενα κι εξαφανίζει τον ήλιο στο οποίο είχες ποντάρει πριν. Αρχίζει να βρέχει κι ο ήλιος που έβλεπες πριν πέντε λεπτά, έχει εξαφανιστεί όπως και το λεωφορείο που τόσο ήθελες να προλάβεις. Βλέπεις, δεν ήσουν στην ώρα σου.

Ένα ρητό λέει «Όποιος λείπει, λείπει κι η μοίρα του». Έτσι, όταν εσύ έλειπες απ’ τη στάση, το λεωφορείο δε σε περίμενε να εμφανιστείς – και καλά έκανε. Με την ίδια λογική πρέπει κι εσύ να μην επιτρέπεις σε κανένα να μην είναι στην ώρα του όταν τον περιμένεις ή να σε στήνει.

Γιατί αν μείνεις να περιμένεις κάτι που έχει αργήσει πολύ ή κάτι που τελικά δεν πρόκειται ποτέ να εμφανιστεί, τότε το μόνο που θα κάνεις μια ζωή είναι να μείνεις στάσιμος στο ίδιο σημείο, χωρίς την ελπίδα πως ίσως κάποτε να προχωρήσεις και με το ρίσκο του να χάσεις στιγμές που ήρθαν κι ήρθαν όταν έπρεπε μα εσύ ήσουν απασχολημένος με το να περιμένεις κάτι άλλο.

Ίσως αυτό που περιμένεις να είναι ένα σημάδι, μια ένδειξη για να συνεχίσεις να προσπαθείς και να αγωνίζεσαι για μια ματωμένη σχέση, για μια ραγισμένη φιλία. Ίσως αυτό που περιμένεις να είναι μια αργοπορημένη αποδοχή απ’ τον περίγυρό σου, την κοινωνία, την οικογένειά σου. Μπορεί τίποτα από αυτά να μη σου λέει κάτι, να μη σε κατατάσσει σε καμία από αυτές τις κατηγορίες, αλλά ο καθένας έχει την ιστορία του και κοιτάζει το ρολόι του περιμένοντας για κάτι κι ας μην ξέρουν οι άλλοι τι είναι αυτό το κάτι.

Ίσως να πιστεύεις πως αξίζει η αναμονή και πως είσαι διατεθειμένος να περιμένεις για κάτι που ποθείς. Αλλά για πόσο αντέχεις να περιμένεις; Για ώρες; Για μήνες; Και με ποιο αποτέλεσμα θα είσαι τελικά ευχαριστημένος; Με την άφιξη αυτού του ανθρώπου ή αυτής της στιγμής να σε βρίσκει πια εξουθενωμένο κι ίσως απογοητευμένο στο φινάλε; Γιατί όταν ποθείς και περιμένεις κάτι ή κάποιον, τον θέλεις τώρα κι εδώ, όχι σε τρία χρόνια σε ένα παράλληλο σύμπαν.

Αυτό που θέλεις, πήγαινε βρες το και διεκδίκησέ το κι εκτίμησέ το τώρα. Μην περιμένεις, κάνε ένα βήμα και φύγε μπροστά. Σε κανέναν δεν αξίζει μια αιώνια αναμονή για κάτι που το πιθανότερο θα ξαναπεράσει και θα είναι και στην ώρα του, ακόμα κι αν δεν έρθει τώρα, κι αν εμφανιστεί στο μακρινό μέλλον.

Τι να τον κάνεις το φίλο όταν η μπόρα έχει περάσει κι εσύ την έβγαλες χωρίς ομπρέλα; Τι να τον κάνεις τον έρωτα όταν έχεις πια βρει το δικό σου ιδανικό άλλο μισό; Μήπως τελικά δεν αξίζει να τρέχεις για κάτι που στο τέλος θα φύγει; Ή ακόμη να περιμένεις ακίνητος για κάτι που θα σε στήσει;

Θα προτιμούσες μια ζωή να τρέχεις για κάτι που στο τέλος μπορεί και να προσπεράσει χωρίς να λάβει υπόψη του το τρέξιμο που έριξες και τον καιρό που χαράμισες για να το περιμένεις ή θα προτιμούσες να διασταυρώνεις το δρόμο ανέμελα μια μέρα και να συναντήσεις κάποιον να περνά ακριβώς την ίδια ώρα μαζί σου από απέναντι;

Θα έχετε διανύσει την ίδια απόσταση και κάνεις δε θα έχει μείνει πίσω για τον άλλο. Θα μπορούσατε να σταματήσετε στη μέση του δρόμου και να συστηθείτε ή να συνεχίσετε να περπατάτε, ο καθένας παίρνοντας το δρόμο του. Όπως και να έχει όμως, θα περπατάς χωρίς να είσαι λαχανιασμένος πια, κι αυτό θα αξίζει κάτι.

 

Επιμέλεια Κειμένου Πηνελόπης Παυλίδη: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Πηνελόπη Παυλίδη