Δύσκολο πράγμα οι μακροχρόνιες σχέσεις, ίσως ακόμα δυσκολότερο όταν ξεκινάνε σε μικρή ηλικία. Δεν είναι εύκολο να μαθαίνεις ν’ αγαπάς πάνω στην ψυχή του άλλου, να ψάχνεις τρόπους να του κρατάς το ενδιαφέρον επειδή σου κλήρωσε η καρδιά να νοιάζεσαι από νωρίς, να είσαι εκεί όταν όλοι οι άλλοι φεύγουν. Θέλει ωριμότητα, θέλει ψυχή και μια καρδιά ανοιχτή, αξίες που λίγοι χειρίζονται επιδέξια, όχι μόνο σε νεαρές ηλικίες μα και στην ενήλική τους ζωή.

Ο Δημήτρης κι η Μαίρη σχεδόν μεγάλωσαν μαζί κι έμαθαν την αγάπη ο ένας απ’ τον άλλον. Μαζί στο σχολείο, μαζί στα φοιτητικά τους χρόνια, μαζί και στην ενήλικη ζωή, σχεδόν δε θυμόντουσαν πώς είναι οι ζωές τους χωριστά. Δέκα χρόνια μαζί, σε μια εποχή που οι σχέσεις γύρω τους μοιάζει άθλος όταν κρατάνε έστω για δέκα μήνες. Στιγμή δεν πρόδωσαν ο ένας την εμπιστοσύνη του άλλου, στιγμή δεν αμφισβήτησαν αυτό που τους έδενε, μόνο αγαπιόντουσαν και κρατιόντουσαν απ’ το χέρι χωρίς να ζητάνε περισσότερα.

Οι σχέσεις όμως θέλουν δουλειά κι όση θέληση κι αν υπάρχει, ο χρόνος ποτέ του δεν καταδέχεται να θεωρηθεί ασήμαντος αντίπαλος. Σχεδόν έξι μήνες πριν συμπληρώσουν την πρώτη δεκαετία του «μαζί» τους οι ρωγμές έγιναν ρήγματα κι άρχισαν να τους τρομάζουν. Οι αγκαλιές στον καναπέ έγιναν καβγάδες, τα γέλια και τα πειράγματα, γκρίνια και τα «Θέλω να σε δω», «Βαριέμαι». Καμία διάθεση, κανένα πάθος, μόνο παράπονα και ρουτίνα· μια ρουτίνα που ενώ τους δηλητηρίαζε κανένας απ’ τους δύο δεν τολμούσε να σπάσει. Μέχρι που πήρε την απόφαση η Μαίρη.

«Δεν έχω να δώσω τίποτα άλλο σε αυτή την σχέση, κατάλαβέ με. Δεν αντέχω να μας βλέπω να κοιμόμαστε σαν ξένοι, να έχουμε παραιτηθεί απ’ τις ζωές μας, δε θέλω να ζω έτσι, δε μας αξίζει. Δε μου είναι εύκολο να σε βγάλω απ’ τη ζωή μου μα δεν αντέχω πια να αναρωτιέμαι αν μπλέκω τη συνήθεια με την αγάπη, οπότε το ρισκάρω και θα μείνω μακριά σου». Το ξέσπασμά της ήταν θέμα χρόνου.

Ο Δημήτρης την άκουγε με την ψυχή στο πάτωμα και μόνο έγνεφε χωρίς να την κοιτάζει. Καταλάβαινε τα λόγια της λέξη προς λέξη, πώς θα μπορούσε να μην τα καταλαβαίνει άλλωστε όταν την ήξερε καλύτερα κι απ’ την παλάμη του χεριού του; Δεν της έδινε άδικο σε τίποτα κι αυτό ίσως τον πονούσε περισσότερο, που ένιωθε πως ούτε εκείνος είχε να της προσφέρει τίποτα άλλο πια. Συμφώνησαν λοιπόν να μείνουν φίλοι και να συνεχίσουν τις ζωές τους χωριστά, όσο εξωφρενικό κι αν φάνταζε σε όλους, ακόμα και στους ίδιους.

Ούτε οι ίδιοι θυμόντουσαν πόσο κράτησε εκείνη η συζήτηση· τους πήρε πολλή ώρα να παραδεχτούν τα λάθη τους, να συνειδητοποιήσουν πως ωριμάσανε, πως εκεί που έχασαν το πάθος άθελά τους έδωσαν χώρο στη συνήθεια. «Δε σε βλέπω πια ερωτικά, δε νιώθω τη λαχτάρα να σε δω, δε σε γουστάρω όπως σε γούσταρα παλιά.» του είπε η Μαίρη με μια ειλικρίνεια που τον σόκαρε και τον ταρακούνησε ταυτόχρονα.

Δεν ήταν σίγουρος αν τον τρόμαζε η σκέψη πως ίσως ένιωθε κι αυτός το ίδιο, ή ότι άκουγε αυτά τα λόγια απ’ τον άνθρωπο που θεωρούσε δικαιωματικά δικό του από τότε που θυμόταν τον εαυτό του. Μόνο το δέχτηκε και τράβηξαν χωριστά, έτσι απλά και πολιτισμένα.

Δε χωρίζουν όμως εύκολα οι καρδιές των ανθρώπων, ακόμα κι αν –στα λόγια– τον χωρισμό τον έχουν παιχνιδάκι. Δεν ήξεραν αν πονούσε πλέον περισσότερο το χώρια ή το μαζί, γι’ αυτό και συνέχισαν να συναντιούνται και να λένε τα νέα τους σε φιλική πλέον βάση, μια κατάσταση που εκτός από κωμικοτραγική άφηνε έναν Δημήτρη ράκος απ’ την αέναη προσπάθειά του να μοιάζει άνετος μπροστά στην απόφασή της, απ’ το πείσμα του να κρύψει την πληγή του για να μη σταθεί εμπόδιο σε όσα εκείνη επιθυμούσε. Τόσο την αγαπούσε· τόσο που ήταν ικανός να μάθει να ζει και χωρίς εκείνη.

Κι ας αγωνιζόταν καθημερινά να φάει, να πάει στη δουλειά του, να ζει χωρίς να νιώθει πως του στέρησε κάποιος το οξυγόνο. Λένε πως ο χωρισμός είναι ένας μικρός θάνατος μα αυτός πενθούσε κανονικά, ίσως και χειρότερα, καθώς γνώριζε πως εκείνη που αγαπάει μένει μακριά του από επιλογή, πως δεν τον έχει ανάγκη όπως τον είχε παλιά.

Ήξερε μόνο να κοιμάται και να ξυπνάει με την ελπίδα πως θα δει κάποιο μήνυμά της, μια κλήση, ένα σημάδι πως τίποτα δεν τελείωσε ακόμα· να την αγκαλιάσει, να την ξανακούσει να τον αποκαλεί «μωρό μου» και να το εννοεί, να ξέρει πως μπορεί να τη σφίξει στην αγκαλιά του και να την ξανακάνει να πιστέψει σε εκείνο το «για πάντα» που λέγανε μικροί.

Το ήξερε πως πονούσε κι εκείνη, το ένιωθε· ήθελε απλά χρόνο ή τον ξερίζωνε όμως από μέσα της; Αυτό τον έτρωγε όσο παραμύθιαζε τον εαυτό του με στατιστικές επανασύνδεσης κι ελπίδες. Δεν τελείωσε τίποτα ακόμα, η καρδιά του το έλεγε ξεκάθαρα κάθε φορά που την κοίταζε στα μάτια και μόνο τότε ήταν σίγουρος πως το ίδιο ένιωθε κι αυτή. «Είμαστε δέκα χρόνια μαζί μα είναι φορές που δε σε αναγνωρίζω» του είπε την τελευταία τους φορά κι εκείνος χαμογέλασε. Ήρθε η ώρα να ξανασυστηθούν·

«Αυτός είμαι λοιπόν, ένας τρελός που πιστεύει στο μαζί και στο πάντα. Ένας τρελός που πιστεύει πως μπορεί να αποκτήσει ό,τι επιθυμεί πολύ και το μοναδικό που επιθυμεί σε αυτόν τον κωλόκοσμο είσαι εσύ και δε με νοιάζει ό,τι κι αν λένε όλοι τους για σπασμένα γυαλιά και ξαναζεσταμένα φαγητά. Εγώ θα παλέψω για να σε ξανακερδίσω μέχρι να με σιχαθείς, γιατί δε μας επιτρέπω να χαθούμε τώρα που βρήκαμε τι στο διάολο μας έτρωγε, τώρα που επιτέλους ανοίξαμε τα χαρτιά μας. Εμείς θα βγάλουμε λάθος όλες τις στατιστικές και θ’ ανατρέψουμε όλες τις πιθανότητες επειδή μαζί είναι καλύτερα από χώρια και το νιώσαμε στο πετσί μας όλους αυτούς τους μήνες.

Μπορούμε μωρό μου, αρκεί να το θέλεις κι εσύ. Μπορώ να σε ξαναγαπήσω απ’ την αρχή, μπορείς κι εσύ να με αγαπάς όσο μπορείς, όπως έκανες πάντα. Θα σε περιμένω αγάπη μου, μόνο μην αργήσεις πολύ, ο χρόνος ξέρεις μετράει διπλά μακριά σου. Να έρθεις γιατί ο κόσμος δε μοιάζει όμορφος χωρίς εσένα, κι ας χρειάστηκε να ζήσω χωρίς εσένα για να το καταλάβω».

 

Επιμέλεια Κειμένου Φρόσως Μαγκαφοπούλου: Πωλίνα Πανέρη

 

Αυτή ήταν η ιστορία του Δημήτρη. Στείλε τη δική σου εδώ.

Συντάκτης: Φρόσω Μαγκαφοπούλου