Έχετε ακούσει ποτέ αυτό που λένε ότι οι ταινίες είναι βγαλμένες απ’ τη ζωή; Πόσες φορές έχουμε βρεθεί σε παρέες όπου αναζητούσαμε τι θα δούμε απόψε; Σενάρια ρομαντικά και δραματικά, ταινίες τρόμου κι επιστημονικής φαντασίας, περιπέτειες και κωμωδίες, αστυνομικές και κοινωνικές, ψυχολογικές, ασπρόμαυρες και κινούμενα σχέδια μας παρέχουν μια μεγάλη γκάμα, που μας ικανοποιεί κάθε φορά ανάλογα με τα γούστα και τις ιδιοτροπίες μας. Ποιοι χαρακτήρες, όμως, επιλέγουν ποια είδη ταινιών και γιατί;

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, αυτούς που βλέπουν άνετα θρίλερ. Είναι σίγουρα ιστορίες που ανεβάζουν την αδρεναλίνη, ειδικά όταν ακούς τα “Tubular Bells” του Εξορκιστή, και προτιμώνται από ανθρώπους που έχουν εξοικειωθεί με την έννοια του φόβου ή/και με το γεγονός ότι αυτό που βλέπουν δεν είναι αληθινό. Είναι, όμως, τόσο θαρραλέοι ή απλά έχουν καλλιεργήσει μέσα τους την ιδέα του μη πραγματικού και δεν έχουν θέμα να παρακολουθήσουν ακόμα και την πιο ακραία ταινία τρόμου; Το μόνο σίγουρο είναι ότι όλοι μας μπροστά στον Dr. Χάνιμπαλ Λέκτερ ένα φόβο θα τον είχαμε, ειδικά αν δεν ήταν δεμένος ή δεν υπήρχε το προστατευτικό γυαλί.

Και με τις ρομαντικές και τις αισθηματικές τι γίνεται; Εδώ τα πράγματα είναι πιο απλά. Όλοι μας θα θέλαμε να ‘χουμε ένα ευτυχισμένο τέλος που θα περιέχει ανάλαφρες στιγμές έρωτα χωρίς προβλήματα. Ακόμα κι αυτοί που δηλώνουν απέχθεια και βαρεμάρα γι’ αυτού του είδους τις ταινίες, κάποια στιγμή στη ζωή τους θέλησαν να δούνε μια-δυο, για να χαλαρώσουν ή για να αρχίσουν να ελπίζουν σε κάτι καλύτερο στη ζωή τους. Λένε πως αυτοί που δε βλέπουν αισθηματικές ταινίες, είναι απλά κυνικοί κι απρόσιτοι, αλλά θα πρέπει να σκεφτούμε ότι ίσως είναι ρεαλιστές, αποφεύγοντας να πιστέψουν ό,τι αμερικανιά, γαρνιρισμένη με λουλούδια κι αρώματα, μας πασάρει το Χόλιγουντ.

Στους πιο ψαγμένους και πιο πολύπλοκους χαρακτήρες ταιριάζουν λίγο περισσότερο οι αστυνομικές ταινίες, μυστηρίου κι επιστημονικής φαντασίας. Αυτές, δηλαδή, που πρέπει να τις παρακολουθείς ακατάπαυστα, για να βρεις τη λύση και να σκεφτείς με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. Σίγουρα, ένα κουρασμένο απ’ την πολλή δουλειά μυαλό, γυρνώντας στο σπίτι, δε θα μπορέσει να παρακολουθήσει μια ταινία όπως είναι το «Λος Άντζελες Εμπιστευτικό» του Κ. Χάνσον (1997) ή τη «Μαύρη Ντάλια» του Μ. Ντε Πάλμα (2006) και να καταλάβει πλήρως τα στοιχεία των υποθέσεων και των γεγονότων που εξελίσσονται.

Στις κωμωδίες συμφωνούμε οι περισσότεροι, ακόμα κι όταν σατιρίζονται στοιχεία της καθημερινότητάς μας, όπως στο «Γάμος αλά Ελληνικά» της Νία Βαρντάλος (2002) ή στη γαλλική «Θεέ μου, τι σου κάναμε;» του Φ. Σοβερόν (2014). Λίγο γέλιο και λίγη σάτιρα μας βοηθούν να καθαρίζουμε το μυαλό μας από σκοτούρες κι άσχημες σκέψεις και, έστω για λίγο, μας ξεκουράζουν.

Υπάρχει και μία κατηγορία ταινιών, οι λεγόμενες «επικές ταινίες», που έχουν γυριστεί πολλά χρόνια πριν, όταν η τεχνολογία στον κινηματογράφο ήταν ακόμα άφαντη. Ταινίες όπως «Ο Νονός» του Σκορτσέζε (1972), «Αποκάλυψη τώρα» του Κόπολα (1979), «Ο Μεγάλος Δικτάτωρ» του Τ. Τσάπλιν (1940) κι άλλες έμειναν στην ιστορία όχι για τα χολιγουντιανά εφέ αλλά για τις μεγάλες παραγωγές και τις εκπληκτικές ερμηνείες που ο καθένας μπορεί να εκτιμήσει και να απολαύσει, σε όποια φάση της ζωής του κι αν βρίσκεται.  Παρακολουθώντας αυτές τις ταινίες, μπορεί ο καθένας μας να δει ότι και χωρίς τη μεγάλη συμβολή της τεχνολογίας, μπορούν να γίνουν σπουδαίες παραγωγές που αντέχουν στον χρόνο και που όμοιές τους δε θα ξαναδεί ο κόσμος.

Όπως και να ‘χει, σίγουρα το είδος ταινίας που προτιμάμε δεν αποτελεί απόδειξη του χαρακτήρα μας. Τα γούστα αλλάζουν με τον καιρό και προσαρμόζονται ανάλογα στα «θέλω» και στα «πιστεύω» μας, σε κάθε φάση της ζωής μας.

Όπως δεν πρέπει να κρίνουμε τον τρόπο ζωής του άλλου απ’ το ντύσιμο ή το χτένισμα, έτσι και δε θα πρέπει να βγάζουμε εύκολα συμπεράσματα απ’ τις απόψεις του καθενός για το ποια ταινία θα θελήσει να δει.

 

Συντάκτης: Κέλλυ Ιακωβίδου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη