Κάποια γνωστή μου, μου έλεγε ότι συνήθως κάθε δράση φέρνει και μια εξίσου ανάλογη αντίδραση. Αν ορίσουμε ως δράση, λοιπόν, την απόφαση και επιθυμία του συντρόφου μας για ένα οριστικό τέλος στην μεταξύ μας σχέση, τότε ποια θα έπρεπε να είναι η πιο κατάλληλη αντίδραση από εμάς; Κλάματα, φωνές, βρισιές, παρακάλια ή αναγκαστική αποδοχή της όλης κατάστασης, και κατ΄επέκταση σεβασμό στις απόψεις και τα συναισθήματά εκείνου του άλλου που ετοιμάζεται να αποχωρήσει; Αναμφίβολα, η επιλογή είναι αρκετά δύσκολη, αφού εκείνη τη στιγμή τείνουμε να είμαστε ιδιαιτέρως συναισθηματικά φορτισμένοι και η λογική να εκλείπει από οποιαδήποτε απόφασή μας.

Όσα εσωτερικά προειδοποιητικά καμπανάκια κι αν ηχούσαν τόσο καιρό στα αυτιά μας, επειδή, ναι, όλοι λίγο πολύ είμαστε ικανοί να διαισθανθούμε ότι κάτι έχει αλλάξει, πάντα το άκουσμα μιας επερχόμενης λήξης στη σχέση μας θα μας αφήνει άφωνους και παροδικά, τουλάχιστον, ανίκανους να αντιδράσουμε. Από εκεί και πέρα, όμως, και αφού ανακτήσουμε πλήρως τις αισθήσεις μας, προσπαθούμε να οργανώσουμε τη στρατηγική μας, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα που έχει εμφανιστεί μπροστά μας. 

Οι περισσότεροι από εμάς, σίγουρα θα τρέξουμε να φέρουμε πίσω τον άνθρωπο που έχει αποφασίσει να φύγει, είτε επειδή τα συναισθήματα μας παραμένουν αναλλοίωτα και δεν μπορούμε να φανταστούμε ένα μέλλον χωρίς αυτόν, είτε επειδή μας είναι αδύνατον να αποδεχτούμε ότι ο άλλος αποφασίζει να μας αφήσει πίσω του.

Λίγοι είναι εκείνοι που θα καταφέρουν να συμπεριφερθούν ψύχραιμα και μπαίνοντας, έστω για λίγο, στη θέση του απέναντι και να καταλάβουν όλους εκείνους τους λόγους που τον αναγκάζουν να φύγει μακριά τους. Κι αυτό επειδή είναι αρκετά δύσκολο να αποδεχτούμε ότι από την επόμενη μέρα αυτός ο άνθρωπος θα γίνει ιστορία.

Κι αυτός ο φόβος είναι που μας εμποδίζει πολλές φορές να παραδεχτούμε την κατάσταση και να δούμε την αλήθεια που στέκεται και μας κοιτάει κατάματα. Ένας φόβος που μας εμποδίζει να κατανοήσουμε ότι και να καταφέρναμε να κάνουμε τον άλλον να γυρίσει, τίποτα δε θα μπορούσε να ναι το ίδιο ξανά. Ούτε τα συναισθήματα του άλλου προς το πρόσωπό μας θα ήταν τα ίδια, αλλά ούτε κι εμείς. Θα έπρεπε να ζούμε σε μια κατάσταση διαρκούς εγρήγορσης και ανησυχίας μην τυχόν και δεν ικανοποιήσουμε τον άλλον, με αποτέλεσμα να μας πει ξανά εκείνο το ανεπιθύμητο αντίο.

Κι όσο πιέζουμε τον άλλον να δεχτεί μια κατάσταση όπου για εκείνον έχει τελειώσει, τόσο πιο πολύ αυτός θα αντιδρά, με αποτέλεσμα να υπάρχουν συνεχώς τσακωμοί και εντάσεις. Ίσως κάποιες φορές να ειπωθούν και λόγια, τα οποία δεν περίμενες να ακούσεις και να σε κάνουν ακόμα χειρότερα. Κάπως έτσι, είναι που η αγάπη αρχίζει να μετατρέπεται σε καταναγκαστικό έργο κι εσύ αρχίζεις να χάνεις τον εαυτό σου, αφού πλέον αποδέχεσαι πράγματα και καταστάσεις που κάποτε είχες πει ότι δε θα ανεχόσουν ποτέ.

Επειδή, δυστυχώς, όσο κι αν το θέλουμε δε γίνεται να αναβιώσουμε κανενός τα συναισθήματα με το ζόρι. Το πολύ-πολύ να καθυστερήσουμε τη φυγή του, είτε προκαλώντας του οίκτο ή απλά από υποχρέωση. Και αυτά, όμως, διαρκούν λίγο καθώς τα διαδέχεται η ξενέρα, η οποία συνοδεύεται με καλοστημένα ψέματα, προκειμένου να επισπεύσουν το τέλος.

Στην τελική, όταν αγαπάς τον άλλον τον αφήνεις ελεύθερο να κάνει τις επιλογές του, ακόμα κι αυτές δεν περιλαμβάνουν μέσα εσένα. Τότε θα είσαι κι εσύ ελεύθερος να προχωρήσεις και να κάνεις άλλες σωστότερες επιλογές, όσο δυσβάσταχτο κι αν ακούγεται στο τώρα. Επιλογές που μένουν μαζί σου ηθελημένα κι επειδή δεν τις ανάγκασε κανείς.

Επιμέλεια Κειμένου Κατερίνας Τσαμπίκα Ρόγγα: Κατερίνα Κεχαγιά.

 

Συντάκτης: Κατερίνα Τσαμπίκα