Article of the day: H Μόνικα Καράμπεη αναλύει το μεθύσι του ερωτευμένου. Διάβασε το άρθρο εδώ. 

ijhoy

Ο θυμός είναι ένα ισχυρό συναίσθημα. Δεν μπορεί να μείνει καταπιεσμένος για πολύ. Κάποια στιγμή θα ξεσπάσει- λεκτικά ή σωματικά. Και δυστυχώς, τις περισσότερες φορές, αδιακρίτως. Το βλέπεις όπου κι αν κοιτάξεις. Γονείς απέναντι σε εκπαιδευτικούς, πολίτες απέναντι σε υγειονομικούς, οι οδηγοί μεταξύ τους στο δρόμο, απλοί άνθρωποι στην ουρά των σούπερ μάρκετ, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ανάμεσα σε ζευγάρια, φίλους και οικογένειες, σε νεαρούς που πέφτουν θύματα ξυλοδαρμού άνευ λόγου κι αιτίας.

Πρόσωπα αγριεμένα και σώματα σε άμυνα. Μια υπομονή που έχει εξαντληθεί και μια άρνηση που αρχίζει να δείχνει το κόστος της. Όμως γιατί όλο και περισσότεροι είναι τόσο θυμωμένοι; Πότε θύμωσαν όλοι τόσο πολύ; Γιατί όλοι φαίνονται να ωθούνται στα όριά τους; Διαφωνία με την πολιτική, τις αλλαγές, την πανδημία; Και γιατί πρέπει να φταίει ο διπλανός σου, ο γείτονάς σου ή ο σύντροφός σου; Εύκολα θύματα ή θύματα των καταστάσεων; Ή μια εξέλιξη που απέχει πολύ απ’ τον καθένα;

 

 

Βλέπεις περισσότερο άγχος, θυμό κι επιθετικότητα στις αλληλεπιδράσεις σου κάθε μέρα και μαζί μια ανησυχητική δυναμική ν’ αυξάνεται. Γιατί ο θυμός συχνά γεννά περισσότερο θυμό και σε παγιδεύει σ’ έναν φαύλο κύκλο. Δεν είναι μια πανδημική οργή από πίσω. Δεν υπάρχει κάτι εγγενώς που προκαλεί θυμό σχετικά με την πανδημία αλλά οι αλλαγές που έρχονται. Και μια αλλαγή μπορεί να ‘ναι απογοητευτική όταν δεν τη θέλεις. Και μαζί η απογοήτευση που φέρνει θυμό αν δεν τη διαχειριστείς σωστά.

Η άνοδος των οικονομικών επιβαρύνσεων, ένας πλανήτης που εξαντλεί τα αποθέματά του, οι πεπαλαιωμένες πεποιθήσεις για τις σχέσεις, τον έρωτα, την αγάπη, την τεχνολογία, την υγεία αλλά κι όλες εκείνες οι διορθώσεις που πρέπει να γίνουν στις αντιληπτές προκλήσεις των περιστάσεων ενός ατόμου σ’ έναν κόσμο που μεγαλώνει και πρέπει σιγά σιγά ν’ αρχίσει να ωριμάζει. Ένας κόσμος που πρέπει να ενωθεί κι όχι να δημιουργεί περισσότερες κοινωνικές διαιρέσεις, ωθώντας τους ανθρώπους σε κλειστούς θαλάμους με ήχους του παρελθόντος.

Μελέτες των τελευταίων ετών δείχνουν ότι ο θυμός έχει αυξηθεί ακόμη και πριν απ’ τις υγειονομικές, οικονομικές και φυλετικές κρίσεις του 2020. Απ’ το 2017 μια σταθερή μέση αύξηση του 22% δείχνει ότι ο θυμός οδηγεί τους περισσότερους στη μάχη, τη φυγή ή την απελπισία, αποθαρρύνοντάς τους να δώσουν προσοχή στις θετικές στιγμές της ζωής. Αύξηση 62% της ασέβειας στον εργασιακό χώρο και 75% του εκφοβισμού, με τη βία να σπάει τα ρεκόρ αύξησης και μαζί μια αγανάκτηση για τον φυλετισμό της καθημερινότητας, επιβεβαιώνοντας την αστάθεια και την ασάφεια.

Μια άδικη κρίση ή μία σαρκαστική παρατήρηση πυροδοτεί αποκρίσεις απ’ τον εγκέφαλο, που εξελίχθηκαν χρόνια πριν, διεγείροντας τις αντιδράσεις της μάχης, της φυγής ή πάγωμα των αισθημάτων που κάποτε ήταν απαραίτητες για την επιβίωση. Το κακό είναι ότι το υποσυνείδητο δεν μπορεί να διακρίνει μεταξύ των πραγματικών ή φανταστικών απειλών, με αποτέλεσμα όταν καταστέλλεται η αντίδρασή σου, το αυτόνομο κεντρικό σύστημα να συνεχίζει να στέλνει σήματα κινδύνου. Δεν είναι πάντα λογικό, αλλά είναι μια φυσιολογική πραγματικότητα.

Κι εκεί κάνει την εμφάνισή της η αντιδραστική επιθετικότητα με τη συμπεριφορική έκφραση του θυμού. Ως αποτέλεσμα της απογοήτευσης ή της αντίδρασης σε συμπεριφορές που δεν μπορείς να κατανοήσεις. Όμως γιατί πρέπει να θυμώνεις, απ΄τη στιγμή που δεν μπορείς να κατανοείς τα πάντα; Μήπως πρέπει να σπάσεις κάποια στιγμή την αλυσίδα του φόβου, τους άγχους και του θυμού σου;

Οι εποχές είναι τέσσερις κι ίσως μια πέμπτη θα ‘ταν η λύση. Εκείνη της μετάβασης σε μια νοοτροπία της περιέργειας, αλλάζοντας στάση και γινόμενοι λίγο πιο ανοιχτοί στο διαφορετικό. Σε μια εποχή που πρέπει να μάθουμε τη γλώσσα της επικοινωνίας και τη σημασία των λέξεων. Να εστιάσουμε σε κάθε τι θετικό κι όμορφο. Να γνωρίζουμε τον διπλανό μας και να τον δούμε σαν όμοιό μας. Δηλαδή, άνθρωπο.

 

 

Θέλουμε και τη δική σου άποψη!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

Συντάκτης: Αναστάσιος Καλλίας
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου