Σάββατο απόγευμα μ’ ακουστικά, μήπως και το αγαπημένο τραγούδι της Μποφίλιου καταφέρει να σταματήσει τον θόρυβο της πόλης, αλλά κυρίως, των σκέψεων. Το τελευταίο διάστημα σου είναι δύσκολο να χωνέψεις το μεσημεριανό σου και λίγο περισσότερο τις ανθρώπινες συμπεριφορές, γι’ αυτό παίρνεις τους δρόμους για να μην πάρεις τα βουνά.

Σταματάς σ’ ένα παγκάκι να δέσεις τα κορδόνια σου. Ο καβγάς για μια παρτίδα τάβλι από το απέναντι καφενείο, σε κάνει να θες βγάλεις για λίγο τα ακουστικά.

-Τελικά δεν αλλάζει ο άνθρωπος ρε Μανώλη. Πάλι μ’ έκλεψες στο τάβλι.

Αυτή η φράση που βγήκε τόσο αβίαστα από το στόμα αυτού του ώριμου κυρίου σκάει σαν στάμνα με νερό από κάποιο μπαλκόνι στα πόδια σου. Σου παγιδεύει το μυαλό για το υπόλοιπο της διαδρομής. Σου κάνει συντροφιά. Σε κρατάει αγκαζέ ενώ χαζεύεις αδιάφορα βιτρίνες παπουτσιών των πεντακοσίων ευρώ που δε θες και ν’ αγοράσεις. Εσύ, το μόνο που θες, είναι  να χωρέσεις τους άλλους στα δικά σου παπούτσια. Δεν είναι εγωιστικό. Ανθρώπινο είναι. Μα δεν αλλάζουν οι άνθρωποι. Κι αν αλλάξουν, δε θα το κάνουν επειδή το θες εσύ.

Συνεχίζεις να προχωράς λίγο πιο νευρικά. Αν σ’ αγαπούσαν, θα άλλαζαν. Δε θα έφευγαν. Ξαφνικά λαχανιάζεις. Μα εσύ δε λαχάνιαζες ποτέ. Τι έγινε τώρα; Χρειάζεσαι μια ανάσα και μια σκέψη να σε ηρεμήσει. Ίσως δε φεύγουν επειδή δεν αγαπούν εσένα. Φεύγουν, επειδή αγαπούν περισσότερο τον εαυτό τους.

Αυτό είναι, ναι. Αυτό σε βολεύει. Είναι εγωιστές αυτοί που δεν αλλάζουν. Αυτή η σκέψη σε ξεκολλάει από τον τοίχο. Σε θυμώνει. Σε κάνει να θες να τρέξεις. Να ξεχάσεις αυτούς που σε πόνεσαν, γιατί δεν άλλαξαν. Τους ρίχνεις  το φταίξιμο να τους βγάζεις σκάρτους για να πάψουν να σου λείπουν.
Συνεχίζεις ευθεία. Τώρα ακούς ολοένα και περισσότερο την ανάσα σου. Παραμιλάς.

Δεν αλλάζουν οι άνθρωποι. Τι χαζομάρα να πιστεύεις ότι έχεις τέτοια δύναμη. Πόσο κουραστικό να θες να έχεις το τιμόνι και στη ζωή του άλλου. Και ποιο το νόημα; Τι νόημα έχει ν’ αλλάξεις κάποιον που δε θέλει; Τι νόημα έχει να έχεις δίπλα σου ανθρώπους καταπιεσμένους; Τι νόημα έχει να επιβάλλεσαι; Τι νόημα έχει να κατευθύνεις τις συμπεριφορές των άλλων προς εσένα; Δεν μπορεί να θες κάτι τέτοιο για τον εαυτό σου. Το ξέρω.

Η εφαρμογή στο κινητό σου σε συγχαίρει και σ’ ενημερώνει για τα βήματα που έκανες αυτό το απόγευμα. Στην ουσία όμως, η πεποίθηση και το πείσμα ότι θα αλλάξεις τους άλλους σε κρατάει στάσιμο μια ζωή. Δεν μπορείς να εξελιχθείς, δεν πας πουθενά όταν εστιάζεις στους άλλους. Χάνεις το κέντρο σου, ξεχνάς τι είσαι. Φεύγεις από τους στόχους σου. Μιζεριάζεις. Φορτώνεσαι μπαγκάζια που δεν έχουν μέσα δικά σου πράγματα. Ασ’ τους στις επιλογές τους. Άσ’ τους να διαλέγουν τον δρόμο τους.

Συνεχίζεις πιο αργά. Τα γόνατα αρχίζουν να πονάνε. Το ίδιο κι οι αλήθειες. «Σαν το μπόι σου θα βρεις, μα σαν την ψυχή σου κανέναν», έλεγε η γιαγιά Μαριέττα. Όσο μάταιο και ν’ ακούγεται, αν μπορέσεις να το κάνεις δικό σου είναι πέρα για πέρα ανακουφιστικό. Σκέψου μια χαλασμένη κουζίνα· όσο προσπαθείς να την κάνεις ν’ ανάψει και να μαγειρέψει το φαγητό σου θυμώνεις. Πατάς με βια τα κουμπιά της αλλά τα μάτια δεν ανάβουν. Βρίζεις. Αν αποδεχθείς όμως ότι η κουζίνα χάλασε, τότε ακόμα κι αν στεναχωρηθείς πας κι αγοράζεις την επόμενη. Με πιάνεις; Όταν αποδεχθείς ότι οι άλλοι δε θ’ αλλάξουν, ηρεμείς. Δεν παλεύεις να τους «φτιάξεις» δεν απαιτείς κάτι που δεν μπορούν να σου δώσουν. Αφού χάλασε η κουζίνα, πώς θες να σου ετοιμάσει φαγητό; Κι όχι ότι οι άνθρωποι είναι κουζίνες, μα οι σχέσεις τους είναι και μαγειρεύουν πράγματα, που αν δεν τροφοδοτούνται, απλώς παύουν να είναι λειτουργικές.

Ξέρω, ξέρω, τώρα που κοντεύεις να φτάσεις πια σπίτι, τα φώτα θολώνουν. Οι δρόμοι έχουν στενέψει. Εσύ άλλωστε, ό,τι κάνεις το κάνεις από υπερβολική αγάπη. Δεν μπορείς ν’ αφήσεις κάποιον ένα πρωί και να φύγεις, επειδή δεν αλλάζει πρέπει να μείνεις να ματώνεις μέχρι να τον αλλάξεις. Να τον αλλάξεις τόσο, που να σε μισήσει. Αλήθεια αυτό θεωρείς ότι είναι αγάπη. Η καταπίεση;

Αγάπη είναι αποδοχή. Αγαπάς τον άλλον γι’ αυτό που είναι. Και τον κατανοείς. Σέβεσαι αυτό που είναι κι εκτιμάς ο,τι θέλει να μοιραστεί μαζί σου, εικόνες, σκέψεις, ένα παγωτό, το ίδιο του το σπίτι. Αν κάποια στιγμή αυτό που ζεις δε σε καλύπτει τότε το καπελάκι σου και δρόμο. Ο,τι είχες να πάρεις το πήρες, ο,τι είχε να σου δοθεί, σου δόθηκε.

Η διαδρομή τελειώνει. Σχεδόν στο κατώφλι του σπιτιού, πριν ξαναμπείς στην σιγουριά σου. Βαθιά ανάσα. Δεν αλλάζει ο άνθρωπος. Το λες με χαμόγελο και μια μικρή θλίψη. Δίκαιο, άδικο; Γλυκό, πικρό; Πάρ’ το ως δεδομένο. Σήμερα κάτι κατέκτησες. Σήμερα έκανες πολλά βήματα που δεν καταγράφηκαν σε καμία εφαρμογή.

Τα φιλιά μου.

 

Θέλουμε και τη δική σου άποψη!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

Συντάκτης: Μαριέττα Ματθαιάσσου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου