Έχει περάσει αρκετός καιρός απ’ την τελευταία φορά που σε είδα. Δε θα σου πω ψέματα, ήταν δύσκολα. Στην αρχή ένιωθα θυμό. Θυμό για όλα. Ξυπνούσα και κοιμόμουν μέσα σε ένα λαβύρινθο σκέψεων, που δε με άφηνε στιγμή να ησυχάσω. Χαμογελούσα για να κρυφτώ απ’ τα διερευνητικά βλέμματα των δικών μου ανθρώπων. Τους ξέρεις, μαζί τους κάναμε παρέα τόσα χρόνια.

Με ρωτούσαν τι κάνεις, γιατί χάλασε αυτή η πετυχημένη συνταγή που όλοι οι άλλοι έβλεπαν σε μας μα όχι εμείς, αν υπήρξε τρίτο πρόσωπο και κάθε άλλη σαχλαμάρα που μπορούσα να ακούσω. Μαλακίες που με έκαναν να θυμώνω περισσότερο, χωρίς να ξέρω πού και πώς να εκτονωθώ. Μαλακίες που δε με άφηναν να ησυχάσω τις ελάχιστες στιγμές που τα έβρισκα με τον εαυτό μου. Μέχρι που παρέδωσα τα όπλα.

Κουράστηκα να μάχομαι μόνος μου. Να τα βάζω με το εαυτό μου, με τον εγωισμό μου, να μου φταίνε όλα, τα πάθη μου, τα λάθη μου. Πόσο να αντέξω αυτόν τον πόλεμο που μου είχα κηρύξει. Με τιμώρησα αρκετά, δεν έχω παράπονο. Άφησα να περάσουν άπειρες ημέρες κι ώρες, παθητικά να φεύγουν στιγμές απ’ τη ζωή μου, δίχως νόημα.

Σπίτι-δουλειά, δουλειά-σπίτι. Παράθυρα κλειστά και μόνιμη η μυρωδιά απ’ τα αποτσίγαρα. Μέχρι που το γύρισα στην προσευχή. Αν δεν μπορούσα να τα καταφέρω εγώ, πλέον χρειαζόμουν βοήθεια, μια ελπίδα. Αρχικά τάιζα τη σκέψη μου με το όνειρο ότι μόνο αυτό χρειαζόταν για να αλλάξει κάτι μεταξύ μας. Προσευχόμουν για μια τυχαία συνάντηση.

Άνοιξα το σπίτι να ξεβρομίσει απ’ τη μαυρίλα και ξεχύθηκα στους δρόμους. Όλη μέρα γύριζα από σοκάκια και καφέδες, στα μέρη που συχνάζαμε, κοντά στο παλιό μας σπίτι κι όπου πίστευα ότι υπήρχε έστω και μία πιθανότητα να σε συναντήσω. Η σκέψη και μόνο έκανε το σώμα μου να τρέμει απ’ την αδρεναλίνη. Αρκετές με έκαναν να παγώσω νομίζοντας πως ήσουν εσύ, αλλά τσάμπα το θάρρος να φτάσω κοντά σε ένα ομοίωμα μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσω την πικρία μου. Σε έβλεπα παντού. Καημένε εαυτέ μου!

Δε φαντάζεσαι πόσα σενάρια έκανα. Πόσα φιλιά φαντάστηκα. Πόσους εφιάλτες μετέτρεψα σε όνειρα. Σε πόσες ταινίες πήρα μέρος. Τι θα σου έλεγα, πώς θα σε προσέγγιζα, έτοιμος να μπορώ να αντεπεξέλθω σε όποια έκβαση κι αν λάμβανε η συζήτησή μας. Αν κι οι περισσότερες σκηνές είχαν μόνο τα βλέμματά μας να μιλούν στη σιωπή μας.

Αυτά τα σενάρια κρύφτηκαν στο ίδιο κομοδίνο μαζί με τις υπόλοιπες σκέψεις. Παράτησα και τις απελπισμένες προσευχές, αφού δεν έβρισκαν παραλήπτη. Μονάχα τα κεριά έμειναν αναμμένα, για να χορεύουν οι σκιές στους τοίχους μου. Δεν έχει πλέον νόημα να ελπίζω σε τίποτα. Έχω να ακούσω για εσένα αρκετό καιρό, τόσο που έχω ξεχάσει πώς μοιάζεις. Αυτό που έχει μείνει μέσα μου είναι ένα φάντασμα, αποκύημα της φαντασίας μου που έχω ράψει με τα καλύτερά σου. Σταμάτησα να σε ψάχνω και πλέον εύχομαι να είσαι καλά στη ζωή σου.

Και μέχρι εκεί.

Και ξαφνικά, όταν πια είχα σταματήσει να το εύχομαι, σε είδα! Μετά από τόσο καιρό που το επιδίωκα, έπρεπε να τα παρατήσω για να συμβεί. Με παραξένεψε, για μια στιγμή σάστισα αν όντως είσαι εσύ. Φορούσες εκείνη την καφέ δερμάτινη τσάντα με την ασημένια καρφίτσα που σου είχα κάνει δώρο. Σε θυμόμουν διαφορετική. Προσπαθούσα να καταλάβω τι δε μου ταίριαζε στην εικόνα που έβλεπα.

Κάτι είχες αλλάξει πάνω σου και δεν μπορούσα να το αντιληφθώ. Δεν μπορούσα να διακρίνω αυτή τη λάμψη που θυμόμουν να ‘χεις. Αυτό το κάτι που σε ξεχώριζε μοναδική μέσα μου. Μου φάνηκες σαν μια ακόμα μέσα στο πλήθος. Παράλογο. Το χέρι σου ήταν πάνω στο μπράτσο του.

Συνέχισα να περπατάω. Εκείνος δεν κατάλαβε τίποτα. Το βλέμμα σου διασταυρώθηκε με το δικό μου εκείνο το ένα δευτερόλεπτο που πέρασες από δίπλα μου. Το κατάλαβα ότι με γνώρισες, το πρόσωπό σου σε πρόδωσε απ’ το ξάφνιασμα. Μα συνεχίσαμε να τραβάμε ο καθένας την πορεία του. Σαν να μη συνέβη τίποτα.

Αυτή η στιγμή, που την περίμενα τόσο καιρό απελπισμένα, ήρθε. Τόσα σενάρια και συναισθήματα αποδείχθηκαν, τελικά, σπατάλη χρόνου. Τίποτα από αυτά δε συνέβη. Τίποτα απ’ αυτά δεν αισθάνθηκα. Προσπάθησα να σκεφτώ, να ξαναφέρω στη μνήμη αυτό που μόλις συνέβη και για έναν περίεργο λόγο δεν τα κατάφερα. Σαν να εξαφανίστηκαν όλα δια μαγείας. Εκείνη τη στιγμή ήταν όλα κενά.

Δεν μπορούσα να ακούσω τις σκέψεις μου. Πού κρύφτηκαν τόσες ελπίδες; Το ότι σε είδα δε με διέλυσε, ούτε καν με τάραξε. Το ότι σε είδα με άλλον δε μου προκάλεσε πανικό, δε μου προκάλεσε τίποτα. Ούτε ζήλια, ούτε θυμό, ούτε απέχθεια, ούτε καν λύπη. Αυτό είναι το πιο παράξενο απ’ όλα. Δεν ένιωσα τίποτα που σε είδα μ’ άλλον. Δεν ένιωσα τίποτα που σε είδα γενικά.

Ένας νεαρός στην πλατεία παίζει με το βιολί του μια μουσική συνάμα απόκοσμη κι ερωτική, με εκείνο το πάθος που παρακινεί τον άνθρωπο να μεγαλουργήσει. Ένα κόκκινο κρασί είναι αυτό που θα ήθελα. Συνέχισα να περπατάω…

 

 

Συντάκτης: Γιώργος Μαντάς
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη