Διάβασε το Μέρος Γ’ εδώ.

 

Είχαν περάσει πέντε μήνες από εκείνη τη βραδιά. Κι είχαν ακολουθήσει κι άλλες τέτοιες νύχτες μέχρι σήμερα. Σπίτι του πάντα, γιατί εκείνη έμενε ακόμα με τους γονείς της και τον αδερφό της. Στο ίδιο δωμάτιο, που το λευκό του τοίχου είχε πια εξαφανιστεί μαζί με τις διάσπαρτες αφίσες κι είχε δώσει τη σειρά του σε ένα έντονο μπλε μαροκινό. Είχε βάλει το χέρι της για αυτήν την αλλαγή. Όποτε έβρισκε την ευκαιρία κοιμόταν εκεί. Συνήθως τα σαββατοκύριακα, μιας κι η δουλειά της ήταν μακριά απ’ το σπίτι του και κοντά στο πατρικό της.

Καθημερινή λατρεία και των δύο ο καφές, παγωμένο εσπρέσο, χειμώνα-καλοκαίρι. Έτσι, το πρόγραμμά τους σχεδόν πάντοτε περιελάμβανε έναν απογευματινό καφέ κι ένα γλυκό -για εκείνη, εκείνος ήταν ανέκαθεν περισσότερο του αλμυρού. Ανέβαιναν στη μηχανή –είχε αποκτήσει πλέον το δικό της κράνος– και κατηφόριζαν προς την πλατεία, στο στενό με τις καφετέριες, αριστερά από τον κεντρικό δρόμο με τα μαγαζιά. Στέκι τους, το μαγαζί που είχαν βρεθεί στο πρώτο ραντεβού. Αν και του έλεγε να πηγαίνουν εκεί για τα γλυκά, πιο σίγουρο ήταν πως ήθελε αυτή η συνήθεια να υπάρχει για να κρατάει ζωντανή την ανάμνηση της γνωριμίας τους. Κάτι δικό τους, μονάχα δικό τους.

«Θα το φας το υπόλοιπο ή να το φάω εγώ;» ρώτησε ξεκάθαρα από ευγένεια.

«Δικό σου, αγάπη» και χωρίς να περιμένει την απάντησή του είχε πιάσει ήδη με τα δάχτυλά της το κομμάτι του, έτοιμο να γεμίσει τον ουρανίσκο της με γεύση σοκολάτα-πορτοκάλι. Μέχρι που σταμάτησε απότομα. Πάγωσε για δευτερόλεπτα, αφήνοντας το κομμάτι κέικ ξανά στο πιατάκι.

«Τι έπαθες;» κοιτώντας τη με μια ελαφριά ανησυχία, προσπαθώντας να προσδιορίσει αν είναι καλά.

«Τίποτα» με το βλέμμα της χαμένο στο κέικ.

«Ζαβό είσαι, παιδάκι μου; Τι έπαθες έτσι ξαφνικά; Είσαι καλά;»

«Καλά είμαι, τίποτα δεν έπαθα. Απλά δε θέλω άλλο κέικ, τελικά» προσπαθώντας να κρύψει τα συναισθήματά της με μια ξαφνική αυστηρότητα.

«Κάτι έπαθες τώρα και δε μου λες. Αφού το βλέπω στο πρόσωπό σου. Θα μου πεις;» απόρησε προσπαθώντας να κατανοήσει αν έγινε κάτι που την τάραξε.

«Τίποτα, ένιωσα μια μικρή αδιαθεσία. Πάρε με μια αγκαλιά και θα ηρεμήσω.»

Η βροχή έπαιζε ντραμς στις μεγάλες τζαμαρίες που τους χώριζαν από τον καλοκαιρινό κήπο και το κίτρινο φως από τις λάμπες που είχε χαμηλώσει, συμπλήρωνε το χειμωνιάτικο ύφος. Ήταν απόγευμα κι είχαν πάει για τον συνηθισμένο τους καφέ στο ίδιο μαγαζί που βγήκαν για πρώτο ραντεβού. Αγκαλιασμένοι, είχαν αράξει στη γωνία του κόκκινου βελούδινου καναπέ. Η μαύρη πολυθρόνα φύλαγε την τσάντα της, τα μπουφάν και τα κράνη τους. Το τσιγάρο του ακουμπισμένο στο τασάκι, άφηνε μια λεπτή κλωστή καπνού να ανέβει μέχρι το πρόσωπό τους, κι ύστερα να στροβιλίζεται και να χάνεται στο ταβάνι, ακολουθώντας τους ρυθμούς της τζαζ που έπαιζε η λίστα.

«Ξέρεις τι μήνας είναι;» τον ρώτησε.

«Φεβρουάριος;» απάντησε με απορία. «Γιατί;»

«Θυμάσαι τι μου είχες πει;»

«Πότε;»

«Στο πρώτο μας ραντεβού.»

«Τι εννοείς;» δίνοντας χρόνο στις απαντήσεις του μέχρι να καταλάβει πού το πάει. Σίγουρα θα σχετίζεται με την προηγούμενη αδιαθεσία της αυτή η ερώτηση, σκέφτηκε.

«Δε θυμάσαι;» Πώς γίνεται να μη θυμάται, αναρωτήθηκε. Δεν έχει περάσει και τόσος καιρός.

«Θύμισέ μου.»

«Άσ’ το, τίποτα…» αφήνοντάς τον μες την απορία.

Το άφησε να περάσει έτσι, αναπάντητο. Δεν ήταν ακόμα σίγουρος τι την είχε ενοχλήσει. Άρχισε να βραδιάζει όταν αποφάσισαν πως ήταν η ώρα της επιστροφής. Αύριο ξημέρωνε Παρασκευή και δούλευαν κι οι δύο νωρίς το πρωί. Δε θα κοιμόντουσαν μαζί σήμερα. Είχαν καλέσει ένα ταξί για εκείνη, αφού εκείνος έπρεπε να περάσει πρώτα από το σπίτι ενός φίλου για κάτι που σχετιζόταν με τη δουλειά του.

Ντύθηκαν με τα βαριά τους μπουφάν, φόρεσε τα χνουδωτά της γάντια και βγήκαν απ’ το μαγαζί. Η βροχή είχε σταματήσει πριν λίγο, αφήνοντας τις σταγόνες από τις οροφές των κτηρίων να σκάνε πού και πού πάνω τους. Ο παγωμένος αέρας τους ξύπνησε για τα καλά απ’ το νωχελικό ύφος που τους είχε μεταφέρει το μαγαζί. Το ταξί είχε φτάσει και τους περίμενε απέναντι από το στενό με τα αλάρμ αναμμένα. Του έκαναν ένα νόημα να περιμένει μισό λεπτό.

«Καληνύχτα, αγάπη μου» συνοδευμένη με ένα γρήγορο τυπικό φιλί.

«Καληνύχτα, αγάπη μου!»

Την άφησε να φύγει απ’ την αγκαλιά του και με κατεβασμένο το κεφάλι της ξεκίνησε για την επιστροφή προς το σπίτι της.

«Να σου πω κάτι πριν φύγεις;»

Δεν είχε προλάβει να απομακρυνθεί από εκείνον, παρά μόνο ελάχιστα βήματα.

«Έλα, πες μου» με το βλέμμα της να βρίσκεται ένα στάδιο πριν ξεσπάσει σε κλάματα.

«Έλα εδώ να σου πω. Από μακριά θα τα λέμε;»

«Περιμένει το ταξί» ενώ γύριζε και πάλι πίσω.

Άνοιξε την παλάμη της και της έβαλε μια τυλιγμένη χαρτοπετσέτα στο χέρι.

«Ορίστε, δικό σου.»

«Τι είναι αυτό;» απόρησε.

«Δε σου είχα πει μέχρι ποιον Φεβρουάριο μπορείς να τρως και το δικό μου κομμάτι κέικ. Δικό σου, λοιπόν.»

«Είσαι βλάκας, το ξέρεις;» με ένα παράπονο που έμοιαζε περισσότερο με ανακούφιση.

«Το ξέρω. Αλλά τον αγαπάς αυτόν τον βλάκα.»

Τρύπωσε στην αγκαλιά του, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και του χάρισε ένα ζεστό, παθιασμένο φιλί. Όπως τότε, στο πρώτο ραντεβού, στο ίδιο σημείο. Στα χείλη του αυτή τη φορά.

«Παιδιά, αφήστε τα σάλια και πάμε σιγά-σιγά. Πρέπει να κάνω αλλαγή βάρδιας σε λίγο. Κι αύριο μέρα είναι» ακούστηκε περιπαίχτηκα η φωνή του ταξιτζή, για να επισπεύσει την κατάσταση ενώ κοίταζε ανυπόμονα το ρολόι στο καντράν του αμαξιού.

Σταμάτησαν το φιλί, κοιτάχτηκαν για νανοδευτερόλεπτα στα μάτια και ξέσπασαν στα γέλια. Την έφερε και πάλι κοντά του, της έδωσε ένα φιλί και την πήγε μέχρι την πόρτα του ταξί. Το πρόσωπό της ήρθε αντιμέτωπο με τον καυτό αέρα που έβγαινε από το καλοριφέρ όπως έμπαινε να καθίσει πίσω.

«Άσε, φίλε, ανάσα δε με αφήνει να πάρω» κάνοντάς την να κοκκινίσει συμμετέχοντας κι αυτός στο πείραγμα.

«Το βλέπω, μεγάλε, αλλά και το κορίτσι φαίνεται κελεπούρι. Καλά σου κάνει» του είπε ενώ ανέβαζε το παράθυρο.

Είχε ξεκινήσει να βρέχει ξανά και τα αυτοκίνητα στους δρόμους πήγαιναν πιο σιγά. Τα φώτα από τα φανάρια αντικατοπτρίζονταν στο νερό που είχε κρατήσει το οδόστρωμα. Στο αμάξι έπαιζε διακριτικά ελληνική μουσική. Η ζέστη την είχε κάνει να χαλαρώσει. Κοίταζε πλέον ήρεμη τη διαδρομή προς την επιστροφή, αφήνοντας τους λογισμούς της να φωτίζονται απ’ τα φώτα των διερχόμενων αμαξιών.

Κοίταξε τη χούφτα της. Κρατούσε τη χαρτοπετσέτα με το κομμάτι κέικ. Αναρωτήθηκε πού βρήκε τη χαρτοπετσέτα. Υπέθεσε πως θα έγινε όταν πήγε τουαλέτα και ξετύλιξε το κομμάτι με σκοπό επιτέλους να ικανοποιήσει τον ουρανίσκο της. Μόλις το έβγαλε, είδε κάτι γραμμένο. Τελικά, είχε ζητήσει και στιλό.

«Πλέον θα το μοιραζόμαστε. Μαζί.»

Συντάκτης: Γιώργος Μαντάς
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη