Έχετε νιώσει ποτέ ν’ αγαπάτε έναν άνθρωπο τόσο πολύ που να δυσκολεύεστε ν’ αναπνεύσετε κάποιες φορές; Εκείνη η αίσθηση, ρε παιδί που νιώθουμε ότι δεν μπορούμε να χορτάσουμε με τίποτα την παρέα του άλλου, τον έρωτά του, τον διαθέσιμο χρόνο του και ζητάμε κι άλλο κι άλλο, χωρίς, όμως, να αντιλαμβανόμαστε ότι τον πνίγουμε. Ή εκείνη τη λαχτάρα να κατακλύσουμε τη ζωή μας με την παρουσία του ή τη δική του με τη δική μας παρουσία και να γίνουμε από δυο διαφορετικοί άνθρωποι ξαφνικά ένα αναπόσπαστο κομμάτι, θεωρώντας πως όσο πιο εξαρτημένοι είμαστε ο ένας από τον άλλο τόσο μειώνονται οι πιθανότητες να τον χάσουμε. Όσοι το νιώσαμε κι αφεθήκαμε σ’ αυτήν την τρελή αγάπη, όπως την ονομάσαμε, μήπως ήρθε η ώρα να θυμηθούμε και την κατάληξή της;

Πόση αγάπη μπορεί να χωρέσει λοιπόν σε μια σχέση; Ή καλύτερα, υπάρχει υγιής τρόπος ν’ αγαπάμε; Κάνοντας μια προσπάθεια να εξηγήσουμε την έννοια της υπερ- αγάπης πρέπει πρώτα να διαχωρίσουμε ότι δε θα μιλήσουμε για τη μετριότητα στα συναισθήματά μας, αλλά για τη μεστότητα σ’ αυτά, όπως θα έλεγε κι ο Αριστοτέλης. Άλλο, λοιπόν είναι να αγαπάς με μέτριο ή χλιαρό τρόπο και να σέρνεις μια σχέση είτε από ανασφάλεια είτε από κάποια βαθύτερη ανάγκη κι άλλο να αγαπάς, αλλά ταυτόχρονα και το εαυτό σου και να μπορείς να επεξεργαστείς παραμέτρους κι αντικειμενικές σταθερές ώστε αυτή η αγάπη να εμπεριέχει και τις έννοιες της ελευθερίας, της άνεσης κινήσεων, του σεβασμού και της εμπιστοσύνης. Υπάρχει, επομένως διαφορά στο αγαπάω χωρίς όρια, θεωρώντας πως αν κρεμαστώ από κάποιον θ’ αποδείξω ότι είναι αληθινό και στο μαθαίνω να μπορώ να αγαπάω ελέγχοντας τις ανασφάλειές μου και τα πάθη μου και δίνοντας χώρο για αναπνοές και στους δύο.

Η διαφορά έγκειται μάλλον στο ότι όσο η αγάπη μας μετατρέπεται σε ένα είδος υπερ- αγάπης και χάνει τα όριά της, παύει τελικά να είναι αγάπη και γίνεται ένας εγκλωβισμός σε μια ανασφαλή κατάσταση ή μια σχέση εξάρτησης, που πνίγει με κάθε σημασία. Ενώ από την άλλη, όσο η αγάπη μας έχει όρια στον τρόπο που τη θέτουμε, αυτά θα λειτουργούν ως προστατευτική ασπίδα και για τον εαυτό μας και τον άλλο, με βασική, πάντα, προϋπόθεση να μη μειώνεται η ένταση τον συναισθημάτων.

 

 

Η υπερ- αγάπη ισούται με απουσία αγάπης. Να η πραγματική εξίσωση κι εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι δεν μπορούμε να αγαπήσουμε κανέναν αν πρώτα δε μάθουμε ν’ αγαπάμε και να προστατεύουμε τον εαυτό μας. Η αγάπη για τον εαυτό μας, όχι φυσικά με την εγωκεντρική, αλαζονική έννοια του «άγομαι και φέρομαι» όπως θέλω, χωρίς να υπολογίζω κανέναν άλλο, αλλά με την έννοια ότι σέβομαι τον εαυτό μου τόσο, ώστε να μπορώ να σέβομαι και τους άλλους. Το πιο ισχυρό συστατικό για μια υγιή σχέση.

Το ζήτημα είναι να εξετάσουμε αν μπορούμε να χάσουμε τον άνθρωπό μας από υπερβολική αγάπη. Και ναι, εννοείται πως όσο καλπάζει η δική μας αγάπη χωρίς όρια, χωρίς προσωπική ζωή, χωρίς στόχους και μετατρεπόμαστε σιγά σιγά σ’ ένα βαρίδιο πάνω στον άλλο, το πιο πιθανό αποτέλεσμα είναι να φύγει η αγάπη μας. Σκεφτείτε καλύτερα το παράδειγμα με το μπαλόνι. Όλοι ή αν όχι, οι περισσότεροι, όταν προσπαθούμε να φουσκώσουμε ένα μπαλόνι έχουμε την τάση να προσπαθούμε να δούμε τα όριά του. Λίγο ακόμα, λίγο ακόμα, λίγο ακόμα, μέχρι που έσκαγε, με την απογοήτευσή μας να είναι αρκετά μεγάλη.

Όσο και να μας γοητεύει κάτι, η απουσία των ορίων θα το κάνει να χαθεί. Αν, λοιπόν, υπάρχει ένας κανόνας, είναι ότι το να μάθουμε να βάζουμε όρια ακόμα και στην αγάπη μας για να την προστατεύσουμε από το να σκάσει, είναι χρήσιμο. Σημαίνει πως έχουμε ενδιαφέροντα κι αγαπάμε τη ζωή μας με τα όμορφά της και τα άσχημά της, ασχολούμαστε πρώτα μαζί της και μετά με τη ζωή του άλλου. Ίσως να σημαίνει και να μπορούμε μόνοι μας ή καλύτερα, ότι σίγουρα μπορούμε και μόνοι μας αλλά επιλέγουμε να είμαστε με τον σύντροφό μας καθαρά επειδή το θέλουμε κι όχι επειδή δεν μπορούμε αλλιώς. Για να είμαστε και πιο ξεκάθαροι κανένας δεν μπορεί να σηκώσει και δε θα έπρεπε να σηκώνει το βάρος μας, όταν εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε ικανοί να το διαχειριστούμε.

Ίσως πιο απλά να το σχηματοποιούσαμε ως εξής: η προσπάθεια να ανασάνουμε είναι δική μας δουλειά, αλλά το να καταφέρουμε να μοιραστούμε αυτές τις ανάσες είναι ευθύνη δύο. Κι αυτό μπορεί να οριστεί απλά, ως αγάπη.

 

Συντάκτης: Δήμητρα Παπακωνσταντίνου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου