Τα καιρικά φαινόμενα, οι κλιματικές αλλαγές, αλλά και οι φυσικές καταστροφές προσελκύουν το ενδιαφέρον του ανθρώπου από την αρχαιότητα ως σήμερα. Αν μπορούσαμε να έχουμε υπερδυνάμεις, σίγουρα θα διαλέγαμε να εμποδίσουμε τη βροχή την ημέρα που μόλις πλύναμε το αμάξι μας, να κάνει καλό καιρό στις διακοπές, να μην έχει 42 βαθμούς στο γάμο που είμαστε καλεσμένοι και φυσικά να μην προκαλούνται καταστροφές από ακραία καιρικά φαινόμενα.

Αυτό όμως δεν μπορεί να συμβεί, δεν μπορούμε να ελέγξουμε τον καιρό, έχουμε καταφέρει όμως να προβλέπουμε με σχετική ακρίβεια και εγκυρότητα τον καιρό και την εξέλιξή του μέχρι κάποιο χρονικό διάστημα. Το 2020 βασιζόμαστε σε αντικειμενικές παρατηρήσεις, εξετάζοντας γενικά τη μελέτη του καιρού, με τεκμηριωμένες απαντήσεις μέσω της επιστήμης και των δορυφορικών παρατηρήσεων, αλλά πάντα με μία επιφύλαξη. Σε αντίθεση με το παρελθόν που οι παρατηρήσεις γίνονταν με βάση την εμπειρία, υποκειμενικές απόψεις, αρκετά απόλυτες και μεταδίδονταν μέσω του προφορικού λόγου και όχι αυστηρών κανόνων της φύσης. Οι άνθρωποι τότε δεν είχαν μεγάλη πρόσβαση στη γνώση, η σκέψη τους ήταν πολύ απλοϊκή και συνέδεαν συχνά τα καιρικά φαινόμενα με θεϊκές δραστηριότητες.

Στην αρχαιότητα οι τοπικές κοινωνίες σε όλο τον κόσμο ανέπτυξαν συστήματα πρόβλεψης του καιρού, μέσω της παρατήρησης του φυσικού περιβάλλοντος σε συνδυασμό με την εμπειρία και τη γνώση που μεταδιδόταν από προηγούμενες γενιές. Βασίζονταν συνήθως στο γεωγραφικό και τοπικό χαρακτήρα τους, ανέλυαν τα δεδομένα και χρησιμοποιούσαν είτε βιοφυσικά είτε υπερφυσικά μέσα. Οι άνθρωποι που έμοιαζαν με τους σημερινούς μετεωρολόγους και έχαιραν της εμπιστοσύνης του συνόλου για την εξήγηση και την πρόβλεψη του καιρού ήταν κυρίως οι ναυτικοί, οι αγρότες, κυνηγοί, βοσκοί και ψαράδες, που είχαν άμεση επαφή κι εξάρτηση με τη θάλασσα, τη γη και τον ουρανό.

Παρατηρούσαν συγκεκριμένα φυτά, το άνθος αλλά και την καρποφορία τους, την αντίδραση των ζώων, τον άνεμο, την κίνηση και τη συγκέντρωση των νεφών, τις εποχιακές βροχές, τα επίπεδα των υδάτων στα ρέματα και στις λίμνες, αλλά και τα ουράνια σώματα, τα άστρα, το ηλιακό σύστημα. Μπορεί όλα αυτά να ακούγονται λίγο μπακάλικα, όμως η επιστήμη δεν απορρίπτει τις μεθόδους αυτές, εξάλλου δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα που μας συντροφεύουν ως σήμερα για να κάνουμε προβλέψεις είναι «γλάροι στη στεριά, φουρτούνα στο πέλαγο» και «όταν έχει πολλούς καρπούς η συκιά, ο χειμώνας θα είναι βαρύς».

Δεν έμεναν βέβαια μόνο σε αυτά τα μέσα, αφού εξέταζαν και πνευματικούς δείκτες όπως τα οράματα, τα όνειρα, τις προφητείες, τους μύθους και τις ιερές τελετουργίες. Ιδιαίτερα όσον αφορά στους θρύλους που μεταφέρονταν από στόμα σε στόμα και τη θρησκεία, η σύνδεσή τους με τα φυσικά φαινόμενα ήταν άρρηκτη.

Η βροχή απασχολούσε και απασχολεί μέχρι και σήμερα ιδιαίτερα τους ανθρώπους, άλλες φορές επιζητώντας την και άλλες για να αποφευχθεί. Ο Δίας ήταν υπεύθυνος και ρυθμιστής για όλα τα καιρικά φαινόμενα, καθώς είχε μεγάλη δύναμη από τον Όλυμπο που κατοικούσε και ήλεγχε τα πάντα. Μάλιστα θεωρείται ο δημιουργός και ο θεός της βροχής, γιατί εκείνος μπορούσε να μαζέψει τα σύννεφα και να την προκαλέσει να ξεσπάσει. Δεν ήταν λίγες οι φορές που οι άνθρωποι για να εξυπηρετήσουν τους γεωργικούς σκοπούς τους τον επικαλούνταν, κάνοντας ακόμα και θυσίες. Κάτι παρόμοιο ίσχυε και για τους Αζτέκους, οι οποίοι φοβόντουσαν πολύ το θεό της βροχής, Τλάλοκ. Μάζευαν τα δάκρυά τους και τα προσέφεραν στο θεό πριν πραγματοποιήσουν τη θυσία για να τους φέρει τη βροχή.

Ο κεραυνός υπήρξε επίσης φλέγον θέμα για αρχαίους θρύλους πολλών λαών. Από την αρχαιότητα οι άνθρωποι θεωρούσαν ότι οι κεραυνοί ήταν θεόσταλτοι και αποτελούσαν κακό οιωνό. Κάθε λαός εξηγούσε το αστραπόβροντο ως μία συμβολική κίνηση του θεού. Οι Έλληνες το απέδιδαν στη θεϊκή βούληση του Δία, που όταν ήταν εξοργισμένος εκσφενδόνιζε κεραυνούς για να συνετίσει τους ανθρώπους. Οι Ρωμαίοι πίστευαν πως όταν κάποιος πέθαινε από κεραυνό ήταν ευνοημένος των θεών. Οι Ετρούσκοι στην Ιταλία είχαν χωρίσει τον ουρανό σε 16 τομείς κι εξέταζαν κάθε φορά την κίνηση και την κατεύθυνση του για να δώσουν την ερμηνεία τους. Αργότερα, τον 13ο αιώνα οι Ίνκας είχαν σχηματίσει τη θεωρία ότι η αστραπή και η βροντή ήταν παιδιά του ήλιου και της σελήνης που ελέγχονταν πλήρως από τον ίδιο το θεό. Στην κέλτικη μυθολογία ο θεός Τάρανης ήταν ο θεός που λατρευόταν στη Βρετανία, Ουαλία και Γαλατί και χρησιμοποιούσε έναν τροχό για να δημιουργήσει τον κεραυνό. Στην Ινδία ο θεός που επικαλούνταν για να φέρει τη βροχή σε περιόδους μεγάλης ξηρασίας ήταν ο Ίντρα. Συχνά όμως οι προβλέψεις του καιρού μπλέκονταν με τη θρησκεία και το χριστιανισμό, όπου επικρατούσε η αντίληψη ο κεραυνός αντιπροσωπεύει τη φωνή του θεού.

Σήμερα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πώς πραγματοποιείται η εναλλαγή των εποχών με την περιστροφή της γης, στο παρελθόν όμως επικρατούσε ένας μύθος κατά τον οποίο η γη ήταν «ξαπλωμένη» και δεν υπήρχαν οι τέσσερις εποχές. Στο ένα ημισφαίριο ήταν πάντα χειμώνας και στο άλλο πάντα καλοκαίρι, σήμερα μοιάζει με αστείο και δύσκολο να το συλλάβει ο ανθρώπινος νους.

Ας πάμε και μία βόλτα από την αρχαία Κίνα, όπου τέσσερα ουράνια ζώα αντιστοιχούσαν και στα σημεία του ορίζοντα. Η χελώνα αντιστοιχούσε στο Βορρά και στο μαύρο χρώμα, η λευκή τίγρης για τη Δύση και το λευκό χρώμα, ο δράκος ήταν εκπρόσωπος της Ανατολής, της τύχης και του πράσινου, ο φοίνικας(=πουλί) για το Νότο και συνδεόταν με τη φωτιά και το κόκκινο χρώμα. Δε συνέδεαν πάντως αυτά τα ζώα με εκείνα που εκπροσωπούν το ζωδιακό κύκλο, για να ξέρετε μη σας ρωτήσουν σε τηλεπαιχνίδι και χάσουμε τα λεφτά.

Κάποιες φορές παρατηρείται η τάση του να παραγκωνίζεται το παρελθόν και τις πρακτικές που χρησιμοποιούνταν τότε, όμως δεν είναι λίγα τα στοιχεία που έχουν επιβιώσει σήμερα, όπως για παράδειγμα οι αλκυονίδες μέρες. Αυτή η ορολογία προέρχεται από την αρχαία Ελλάδα και τον Αριστοτέλη συγκεκριμένα, που ασχολήθηκε εκτενώς στην εποχή του με τη μετεωρολογία και το δικό του κείμενο ήταν το πρώτο που επέζησε από την αρχαιότητα και ασχολήθηκε με τον καιρό. Χρησιμοποιούμε αυτή τη φράση για εκείνες τις ημέρες που έχουν ήλιο και είναι αρκετά θερμές για την εποχή τους, κατά τους χειμερινούς μήνες κυρίως του Ιανουαρίου. Δεν είναι τυχαίο που για ακόμα μια φορά καιρικά φαινόμενα συνδέονται με τη μυθολογία, όπως εδώ που συνδέεται το θαλάσσιο πτηνό «Αλκυόνη» με τον ομώνυμο αστέρα.

Η μετεωρολογία του λαού και της επιστήμης μπλέκονται συνεχώς με το μύθο, με ακραίες εκφάνσεις του χριστιανισμού, με τη θρησκεία γενικότερα, με παρατηρήσεις του φυσικού περιβάλλοντος και τώρα πια με την τεχνολογία και την εξέλιξη. Βέβαια σύμφωνα με την κοσμοθεωρία του Επίκουρου, ο καιρός ως θέμα δεν μπορεί να ενδιαφέρει τόσο τους θεούς, που ήταν ιδιαίτερα απασχολημένοι. Αυτό όμως δεν ισχύει και για τους συνωμοσιολόγους, που φαίνεται οι κλιματικές αλλαγές και τα φυσικά φαινόμενα αποτελούν αγαπημένο θέμα.

Η υπερθέρμανση του πλανήτη, οι αεροψεκασμοί, οι ιπτάμενοι δίσκοι, το τσουνάμι του Ινδικού ωκεανού έχουν μελετηθεί επαρκώς, για να προκύψει για το καθένα τους και μία θεωρία. Λίγο να βασίζεται στη λογική και αδιάσειστα στοιχεία, να δίνεται μια διαφορετική ερμηνεία, να εξυπηρετεί συμφέροντα και να μιλάει στο συναίσθημα του λαού και βουαλά. Σχετικά με την υπερθέρμανση του πλανήτη και το φαινόμενο του θερμοκηπίου υπάρχει η αμφιβολία κατά πόσο αληθεύει ή αν τελικά είναι κατασκευασμένη. Τα διάφορα σενάρια αντιστέκονται σθεναρά στην άποψη των επιστημόνων ότι η καταστροφή του περιβάλλοντος έχει φτάσει σε οριακό σημείο. Υποστηρίζεται λοιπόν ότι όλο αυτό είναι πολιτικό δημιούργημα για να υπομείνουν οι λαοί αυταρχική διακυβέρνηση, περισσότερο έλεγχο και βαρύτερη φορολογία μέσω της απειλής αφανισμού του πλανήτη.

Τα καιρικά φαινόμενα έχουν αποτελέσει και σημαντικό θέμα εκτός της καθημερινής συζήτησης και για τη δημιουργία παροιμιών. «Από Μάρτη καλοκαίρι και από Αύγουστο χειμώνα». Ναι ναι, τον Αύγουστο τον γνωστό εννοεί που μας βρίσκει με τα μαγιό και τα κοκτέιλ στο χέρι. Έτσι κι αλλιώς έχει ο καιρός γυρίσματα και αυτό μας μεταφέρεται από την αρχαιότητα ως σήμερα, εντάξει μπορεί να έχει συμβάλλει και λίγο η Βανδή σε αυτό.

 

Συντάκτης: Ελεάννα Μαυροπούλου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου