Μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1920 λόγω προβλημάτων συγχρονισμού εικόνας και ήχου καθώς και κακής ποιότητας ήχου ο κινηματογράφος ήταν βουβός. Η προβολή λοιπόν μιας ταινίας γινόταν με τη συνοδεία ζωντανής μουσικής. Το 1888 έγινε η πρώτη προσπάθεια μέσω κινηματογραφικής μηχανής ώστε να καταγραφεί η κίνηση. Το βίντεο ήταν διάρκειας μόλις 2 δευτερολέπτων και αποτελούμενο από 4 μόνο πλαίσια. Στις βουβές ταινίες οι διάλογοι γίνονταν μόνο με παντομίμα και την εμφάνιση καρτών διαλόγων. Αυτές χρησιμοποιούνταν κυρίως σε μεγαλύτερης διάρκειας ταινίες  όπου η αντικατάσταση του διερμηνέα ήταν αναγκαία.

Τρία πράγματα ήταν αυτά που βοήθησαν τον κινηματογράφο να χαρακτηρισθεί ως έβδομη τέχνη και η πορεία του να είναι ανοδική. Πρώτα από όλα η ανθρώπινη ανάγκη για καταγραφή και μνημονικό στιγμών της καθημερινότητας και όχι μόνο. Η εισαγωγή της μουσικής που έγινε βασικό στοιχείο πλοκής αλλά συνέβαλε και στη δημιουργία ατμόσφαιρας. Οι θεατές λοιπόν της ταινίας έμπαιναν κατευθείαν στον συναισθηματικό κόσμο του πρωταγωνιστή. Και τέλος η ικανότητα του ηθοποιού να χρησιμοποιήσει το σώμα του και κινήσεις με τέτοιο τρόπο, καθώς και τις εκφράσεις του προσώπου του ώστε το κοινό να γίνει ένα με αυτόν.

Όταν ακούει κάποιος τον όρο βουβός κινηματογράφος αμέσως έρχεται στο μυαλό του ένα όνομα αυτό του Τσάρλι Τσάπλιν ή Σαρλό. Μια εμβληματική φιγούρα του κινηματογράφου που με το μαύρο του καπέλο, το χαρακτηριστικό μουστάκι και το βάδισμα πιγκουίνου κατάφερε να μείνει αθάνατος. Δεν ήταν μόνο πρωταγωνιστής αλλά και σεναριογράφος, συνθέτης, σκηνοθέτης των ταινιών του. Χαρακτηριστικά παραδείγματα ήταν: «Μοντέρνοι Καιροί», «ο Μεγάλος Δικτάτωρ». Κατάφερε να μείνει στην ιστορία και να μεγαλουργήσει παρά τις όποιες δυσκολίες που αντιμετώπισε λόγω πολιτικών κυρίως πεποιθήσεων, με το μεγάλο του ταλέντο και την ικανότητά του να δείχνει τα συναισθήματά του μόνο μέσα από το βλέμμα. Οι καινοτόμες τεχνικές του παρέμειναν ένα μυστικό, αρνούμενος να το αποκαλύψει λέγοντας συγκεκριμένα πως είναι σαν τα τρικ των μάγων, δεν αποκαλύπτονται για να μη χαθεί η μαγεία. Πάντα μέσα από ένα μελαγχολικό και θλιμμένο βλέμμα κατάφερνε να κερδίσει τις καρδιές των θεατών.

Και γεννιέται λοιπόν το μεγάλο ερώτημα: πώς θα ήταν ο κινηματογράφος χωρίς τον Τσάπλιν; Την ίδια στιγμή που αρχίζουν τα μάτια σου να βουρκώνουν από τη συγκίνηση είναι και η στιγμή που θα νιώσεις και πόνους στην κοιλιά σου από τα γέλια. Κάθε του σκηνή ήταν και ένα έναυσμα για σκέψη. Πολιτικά και κοινωνικά μηνύματα, αυτή ήταν και η δύναμη του κινηματογράφου. Ξεκίνησε από την απόλυτη φτώχεια και κατάφερε να φτάσει στα ουράνια.

Βιώνοντας την πατρική εγκατάλειψη όταν ήταν μόλις ενός έτους και με μια μητέρα με σοβαρά προβλήματα υγείας φτάνουν κάτω από τα όρια της φτώχειας. Εισαγωγή σε πτωχοκομεία και η μητέρα του σε άσυλο φρενοβλαβών. Αναλαμβάνει ξανά την επιμέλεια ο πατέρας του με την αλκοολική ερωμένη του αλλά τα προβλήματα δε σταματούν εκεί. Για ακόμη μια φορά ο Τσάρλι Τσάπλιν μαζί με την αδερφή του εγκαταλείπονται σε ένα διαμέρισμα με μόνη διέξοδό τους την επιβίωση. Ένα μικρό παιδί μέσα από κακουχίες κατάφερε να γίνει θρύλος. το χαρακτηριστικό του βλέμμα ήταν αποτέλεσμα των όσων πέρασε στα παιδικά του χρόνια. Πολλοί αναφέρουν πως ο έντονος συναισθηματισμός που βγαίνει στις ταινίες του είναι η ανάγκη του να νιώσει αποδεκτός.

Η κινηματογραφική του δύναμη μπορεί να νουθετήσει τις νέες γενιές ώστε να ξεφύγουν από τον υλιστικό τρόπο ζωής και να κοιτάξουν πιο βαθιά εκεί που υπάρχει η ανθρωπιά και η αγάπη. Χαρακτηριστική του φράση: «Μου αρέσει να περπατάω στη βροχή γιατί κανείς δεν καταλαβαίνει πως κλαίω». Μια φράση που κρύβει πόνο, πίσω από τα ψεύτικα ίσως χαμόγελα και τις γελοίες εκφράσεις γνωρίζουμε την ψυχή του. Ο κινηματογράφος ήταν η ανάγκη του για εξωτερίκευση συναισθημάτων και όχι μόνο, εκτός από το γεγονός βέβαια του αστείρευτου ταλέντου του.

Εδώ θα μπορούσαμε να πούμε πως ήταν μία διάνοια όπως και ο φυσικός της εποχής του Άλμπερτ Αϊνστάιν. Οι δύο αυτές προσωπικότητες έμελλε να συναντηθούν και να μείνει στην ιστορία μια στιχομυθία μεταξύ τους που όμως ήταν τόσο αληθής και τόσο απλή. Ο Αϊνστάιν απευθύνεται στον Τσάπλιν λέγοντάς του: «Αυτό που θαυμάζω περισσότερο σε αυτό που κάνεις είναι ότι δε λες λέξη αλλά όλος ο κόσμος σε θαυμάζει.» Και ο Τσάρλι Τσάπλιν του απαντάει: «Είναι αλήθεια, αλλά το δικό σου μεγαλείο είναι ακόμη πιο αξιοθαύμαστο. Εσένα σε θαυμάζει όλος ο κόσμος ενώ δεν καταλαβαίνει λέξη από αυτά που λες.» Ο Τσάρλι Τσάπλιν είχε καταφέρει να μαγέψει και να συγκινήσει τον πιο έξυπνο άνθρωπο εκείνης της εποχής και μην πιστεύοντας ακόμα και ο ίδιος, είδε δάκρυα να τρέχουν στο πρόσωπο του Αϊνστάιν με την τελική σκηνή της ταινίας «Τα φώτα της πόλης».

Ένας θρύλος λοιπόν του κινηματογράφου που γεννήθηκε στης 16 Απριλίου το 1889 ήταν αυτός που έθεσε τις βάσεις για τον κινηματογράφο όπως τον ξέρουμε σήμερα. Ο ηθοποιός δε μαθαίνει απλώς τον ρόλο του αλλά γίνεται ένα με αυτόν. Περνάει μόνο μέσα από τα μάτια στον θεατή τα συναισθήματά του και βιώνουν μαζί τη χαρά, τον πόνο, την αγάπη και τον έρωτα.

 

Συντάκτης: Ανδρομάχη Κόκλα
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου