Έχω μια κόρη μερικών μηνών και δεν ξέρω τι θα της πω όταν, γύρω στα πέντε της χρόνια, τη δω να βγαίνει μαζί με τα άλλα τα παιδάκια, με τα μάτια της κοκκινισμένα, τα κοτσιδάκια της ανταριασμένα και τα χείλη της σφιγμένα. Και θα τα κοιτάζω από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου καθώς θα πηγαίνουμε σπίτι. Και δε θα τη ρωτήσω «τι έγινε». Γιατί θα ξέρω ότι κάποιο αγοράκι της τράβηξε τα μαλλιά. Στην αρχή όχι δυνατά. Κι εκείνη θα χαμογέλασε. Την πρώτη φορά.

Μέχρι που έφυγε το λαστιχάκι με την πεταλούδα που τόσο της αρέσει. Και λύθηκε η μία της κοτσίδα. Και πόνεσε. Και τα έδεσε πάλι όπως-όπως γιατί δεν ήθελε να το δείξει. Να δείξει ότι θύμωσε. Ότι τρόμαξε. Ότι βούρκωσε. Δεν ήθελε να το δείξει γιατί δεν ήξερε γιατί της τράβηξε τα μαλλιά τόσο δυνατά. Ξανά και ξανά. Ούτε εγώ θα ξέρω τι να της πω. Γιατί ξέρω. Ξέρω ότι τα αγόρια μεγαλώνουν παίζοντας πόλεμο. Τα αγόρια δεν κλαίνε. Τα αγόρια δε λένε τι νιώθουν. Τα αγόρια είναι αγόρια.

Έχω μια κόρη ούτε ενός χρόνου και δεν θα ξέρω τι να της ευχηθώ στα 13α γενέθλιά της. Τότε που θα της κάνω δώρο ένα καλοκαιρινό φόρεμα με χοντρά ραντάκια που θα δένουν φιόγκο, για να το φορέσει όταν θα σβήσει την τούρτα της. Και μετά από κάποιο καιρό δε θα θέλει να το βλέπει μπροστά της. Γιατί κάποιος σαραντάρης την κοίταξε σαν να μην είναι 13 χρονών. Κι εκείνη δεν κατάλαβε γιατί, αλλά ένιωσε ντροπή. Ένιωσε σαν να μην είναι παιδί. Κι όταν θα τη ρωτήσω «γιατί δε φοράς το φόρεμά σου; Αφού σου πηγαίνει τόσο πολύ!», εκείνη θα εκραγεί. Θα τα βάλει μαζί μου που της το αγόρασα. Που της είπα πόσο όμορφη είναι. Θα εκραγεί και θα μου φωνάξει για πρώτη φορά. Θα βγάλει από μέσα της όλο εκείνον τον θυμό που γεννήθηκε από την ντροπή που ένιωσε εκείνη τη στιγμή. Την ντροπή που δεν κατάλαβε ποτέ το γιατί. Κι εγώ δε θα ξέρω τι να της πω.

Έχω μια κόρη που κάθε μέρα μου μαθαίνει τι είναι η αγάπη και δεν ξέρω πώς θα της εξηγήσω τι δεν είναι η αγάπη όταν θα είναι 17. Όταν κάποιο βράδυ θα πάω να την πάρω από ένα πάρτι και δε θα μπει στο αμάξι χαμογελαστή, όπως κάθε άλλη φορά. Και δε θα μου διηγηθεί πώς η κολλητή της έπεσε όταν χόρευαν και πώς λερώθηκε με pizza το παντελόνι της άλλης φίλης της, που το είχε δανειστεί από τη μεγάλη της αδερφή και τώρα «δεν τη σώζει τίποτα». Θα ψάχνω τα μάτια της στον καθρέφτη μα εκείνα θα είναι καρφωμένα στο παράθυρο. Κάπου μακριά. Πολύ μακριά από εμένα. Και δε θα ξέρω τι να της πω.

Γιατί δε θα ξέρει πώς να μου το πει ότι δεν είναι πια παιδί. Ότι είπε «σ’ αγαπώ» και της ζητήθηκαν αποδείξεις. Είπε «σ’ αγαπώ» κι έπεσε σ’ έναν εκβιασμό. «Γιατί αυτό είναι το φυσικό», θα της πει. «Γιατί δε μ’ αγαπάς, γι’ αυτό δε θες να κάνουμε σεξ. Ας χωρίσουμε.» Κι εκείνη η χαζή, σαν χαζό παιδί δέχτηκε κάτι που δε ζήτησε. Κάτι που δεν ήθελε. Και τώρα νιώθει ντροπή και θυμό. Γιατί δεν είναι τελικά η αγάπη έτσι όπως την περίμενε. Κι όταν τελικά θα μου το πει, δεν ξέρω τι θα της πω. Γιατί θα έχω αποτύχει να της μάθω από τα δικά μου παθήματα. Θα την έχω απογοητεύσει. Και θα μείνουμε κι οι δυο σιωπηλές. Γιατί δε θα ξέρω τι να της πω. Πώς να της το εξηγήσω.

Και θα νιώθω θυμό. Για εμένα. Και θα νιώθει θυμό. Για εκείνη. Μα κυρίως για μένα. Και το μωρό μου θα σταματήσει να είναι μωρό. Ή «μου». Και θα αρχίσει να απομακρύνεται από μένα. Θα σταματήσει να μου διηγείται πώς πέρασε με τις φίλες της, πώς ήταν η μέρα της. Ποιος την πείραξε. Γιατί θα ξέρει πως δε θα ξέρω τι να της πω.

Έχω μια κόρη που αυτή τη στιγμή γελάει και κλαίει με το παραμικρό. Μα ξέρω πως μια μέρα θα σφίγγει τα δόντια της και θα χαμογελάει στο ασανσέρ στους συναδέλφους που θα της λένε «καλημέρα». Στους συναδέλφους που θα ξέρει ότι, μόλις βγουν από το ασανσέρ, θα υπαινιχθούν μεταξύ τους ότι η αξία της μετριέται με την εμφάνισή της. Και καθετί που θα έχει καταφέρει, δε θα είναι δικό της αλλά «χάρισμα» επειδή είναι γυναίκα. Επειδή είναι όμορφη ή άσχημη. Επειδή κάποιος τη γουστάρει ή κάποιος τη λυπάται. Και λυπάμαι γιατί δε θα ξέρω τι να της πω όταν στο τηλέφωνο θα βιάζεται να μου το κλείσει επειδή έχει πάρα πολλή δουλειά. Κι ακόμα περισσότερα νεύρα, γιατί έχει εξοντωθεί προσπαθώντας ν’ αποδείξει την αξία της. Ότι είναι ίσα και εξίσου άξια με κάθε άντρα συνάδελφό της. Δε θα ξέρω τι να της πω και γι’ αυτό θα της φτιάχνω ταπεράκια και θα της τα πηγαίνω στο σπίτι της τα Σαββατοκύριακα.

Κι όταν ένα βράδυ, θα χτυπήσει το τηλέφωνο μου, που θα το έχω πάντα κάτω από το μαξιλάρι μου μήπως και τυχόν ποτέ με χρειαστεί, θα πεταχτώ από το κρεβάτι. Θα την ακούσω να με ρωτάει αν με ξύπνησε και θα της πω ότι έβλεπα τηλεόραση. Θα μου πει αν μπορώ να πάω να κοιμηθώ μαζί της γιατί άκουσε κάποιον θόρυβο. Θα είμαι ήδη στο αμάξι. Θα μιλάμε όσο θα οδηγώ. Θα μου ανοίξει την πόρτα του σπιτιού της και μπροστά μου θα δω το μικρό μου κοριτσάκι με τα ανταριασμένα του κοτσιδάκια και τα φιογκάκια στις ράντες του φορέματός της, με το βλέμμα χαμένο να ψάχνει τι είναι αυτό που την τρομάζει τόσο. Τι είναι αυτό που τόσο λάθος κάνει και νιώθει πάντα τόσο λίγη, τόσο αδύναμη, τόσο όμορφή ή άσχημη, τόσο χαζή, τόσο προκλητική, τόσο εξουθενωμένη από τη συνεχή επιφυλακή. Τόσο μόνη.

Και θα ξέρω τι να της πω. Αλλά δε θα χρειαστεί. Γιατί θα είμαι εκεί. Και θα κοιμηθεί δίπλα μου, όπως απόψε. Έχω μία κόρη μερικών μηνών και κάποια βράδια ξυπνάει κλαίγοντας. Και κάποια βράδια, κλαίω μαζί της.

 

Θέλουμε και τη δική σου ιστορία!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

Συντάκτης: Γιάννα Κατ.
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου