Λένε πως οι αγκαλιές είναι θεραπευτικές. Μια τόσο απλή χειρονομία που θεωρούμε δεδομένη, μπορεί να προσφέρει αδιανόητα πολλά πράγματα στο σώμα μας και το μυαλό μας. Μπορεί να γιατρέψει, να δώσει δύναμη, να προσφέρει ασφάλεια, καταφύγιο. Μια σφιχτή αγκαλιά από χέρια αγαπημένα και ξαφνικά γίνεται παύση του πόνου, ηρεμούν οι ανάσες, μειώνεται το στρες. Σαν μια μαγική δύναμη που λειτουργεί ως παυσίπονο. Ένας μανδύας που σε κρύβει από τις ανασφάλειες, που σε προστατεύει από τους δαίμονές σου, που σε σκεπάζει τόσο στοργικά κι επιδέξια από τον κόσμο όλο.

Κι είναι κι αυτές οι αγκαλιές που θέλεις να διαρκέσουν για πάντα. Αρκεί να χώνεις το πρόσωπό σου στο λαιμό του άλλου και ν’ αναπνέεις τη μυρωδιά του. Μια μυρωδιά, που αν μπορούσες, θα έκλεινες σ’ ένα μπουκάλι να την έχεις πάντα μαζί σου. Ν’ ανοίγεις να παίρνεις τζούρα, να παίρνεις δύναμη για να συνεχίσεις. Να παίρνεις τη δύναμη του άλλου, να τη μοιράζεστε, να γίνεστε δυο σ’ αυτή τη μάχη- να μην είσαι μόνος. Να ξέρεις πως κάποιος θα είναι εκεί να σε ξαναγεμίσει με δύναμη και πάθος να μάχεσαι κι αν δε τα καταφέρεις, να σου θυμίζει πως δεν τελειώνει ο κόσμος, πως θα έρθουν κι άλλες μάχες κι αυτές θα τις κερδίσεις.

Αυτές οι αγκαλιές, που οι καρδιές είναι τόσο κοντά που συντονίζονται και χτυπούν σαν μια. Που ακόμα κι όταν τα χέρια ανοίξουν και σ’ αφήσουν, η αίσθησή τους μένει εκεί, σαν ρούχο που φοράς και δε θες να βγάλεις. Αυτές, που κλείνεις τα μάτια κ νιώθεις πως σε κρατούν ξανά.

 

 

Και φεύγουν οι άνθρωποι κι ανοίγουν τα χέρια, ξεκλειδώνουν, αλλά αυτές εκεί, επίμονες, μένουν σχηματισμένες για χρόνια ολόκληρα. Αρκεί μια μυρωδιά, μια λέξη, μια εικόνα να τις θυμίσουν ξανά. Να σου θυμίσουν πώς ένιωσες. Πόσο δυνατός ή ευάλωτος, πόσο ανίκητος ή ηττημένος. Πόσο πολύ σου λείπει ο άνθρωπος που σ’ έκλεισε στα χέρια του και για λίγες στιγμές ήταν ο κόσμος σου όλος. Πόσα θα ήθελες να πεις, αλλά δεν το έκανες. Πόσα «σ’ αγαπώ», «μου λείπεις», «να προσέχεις», «στέλνε πού και πού».

Αν το καλοσκεφτείς, υπάρχουν πολλών ειδών αγκαλιές. Στοργικές, μαμαδίστικες, ερωτικές, παθιασμένες, σφιχτές, ζεστές, φιλικές, αμήχανες κι όμως όλες προκαλούν το ίδιο συναίσθημα. Ακόμα κι οι αμήχανες, που νιώθεις πως τα πόδια σου τρέμουν και μια ανατριχίλα σε διαπερνά, ακόμα κι αυτές ανταλλάσσουν μια κάποια συμπάθεια, κάτι θετικό. Μια αγκαλιά από το παιδί σου, αρκεί για να νιώσεις πως είσαι ο κόσμος του όλος. Μια αγκαλιά από τη μαμά σου κι ας 40, για να νιώσεις ξανά παιδί. Μια αγκαλιά από τον άνθρωπό σου για να πεις πόσο τον αγαπάς χωρίς να χρειαστεί να μιλήσεις. Μια αγκαλιά από τον φίλο σου για να σου πει πως δεν τελείωσε ο κόσμος, πως θα ‘ναι εκεί για εσένα.

Για σκέψου, από την άλλη, πόση δύναμη χρειάζεται ν’ ανοίξεις τα χέρια και να φύγεις από μια αγκαλιά. Να γυρίσεις την πλάτη και να προχωρήσεις. Να βρεις το κουράγιο να κάνεις βήματα μακριά, ενώ το μόνο που θες είναι να μείνεις εκεί, σ’ αυτό το μισό τετραγωνικό γης που καλύπτουν τ’ αγκαλιασμένα σώματα. Από μόνη της αυτή η δυσκολία δείχνει την αξία τους, τη σημασία τους. Γιατί η ανάγκη μας ν’ αγκαλιαζόμαστε, δείχνει πως δε γεννηθήκαμε για να είμαστε μόνοι.

Κι αν με κάποιους ανθρώπους ήταν οι τελευταίες, να ξέρουμε ποσό τυχεροί ήμασταν που τις είχαμε έστω και για λίγο. Να εκτιμάμε το προνόμιο που είχαμε ν’ αγαπηθούμε, που κάποιος μας έσφιξε κοντά στην καρδιά του, που κάποιος έστω για λίγο έγινε ευάλωτος για μας. Γιατί οι άνθρωποι φεύγουν, είτε για πάντα είτε για λίγο, οι τόποι αλλάζουν, τα μυαλά ξεχνάνε, αλλά οι καρδιές θυμούνται. Το σώμα θυμάται. Θυμόμαστε κι ας θέλουμε να φαινόμαστε σκληροί. Θυμόμαστε κι όταν κλείνουμε τα μάτια το βράδυ και κοιμόμαστε με τη σκέψη της αγκαλιάς. Κι είναι αυτές που γίνονται η τελευταία ανάμνηση της μέρας, που τελικά είναι και οι πιο καθοριστικές.

 

 

Θέλουμε και τη δική σου άποψη!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

Συντάκτης: Αμάντα Δουλγεράκη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου